Μια από τις σημαντικότερες αιτίες των νωχελικών ρυθμών ανάπτυξης στις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι η ανεπάρκεια παραγωγικών επενδύσεων. Ιδιώτες και επιχειρήσεις απέχουν μαζικά από τις παραγωγικές επενδύσεις, επιλέγοντας τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου από τις οποίες αντλούν και υψηλότερες αποδόσεις.
Το τεράστιο έλλειμμα θα μπορούσε να καλύψει ο δημόσιος τομέας. Επενδύοντας στη δημιουργία ή τη βελτίωση των υποδομών (δρόμοι, γέφυρες, φράγματα κ.λπ.), όταν οι ιδιώτες αδρανούν, το κράτος δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, πρόσθετα εισοδήματα, ανοίγει τον δρόμο για τη συμμετοχή και των ιδιωτών, επισπεύδει την ανάκαμψη της οικονομίας.
Ωστόσο, μια τέτοια διαδρομή είναι ριζικά αντίθετη με το κυρίαρχο σήμερα νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα, που θέλει το κράτος να έχει όλο και πιο μικρή συμμετοχή στην οικονομική δραστηριότητα προς χάριν των αγορών και τις δημόσιες επενδύσεις να συρρικνώνονται έναντι των ιδιωτικών.
Το δόγμα αυτό διατυμπανίζει ότι οι αυξημένες δημόσιες επενδύσεις τινάζουν στον αέρα τα ελλείμματα του Δημοσίου και τροφοδοτούν μακροοικονομική σταθερότητα.
Αγνοεί εσκεμμένα, όμως, ότι οι δημόσιες επενδύσεις δεν εξυπηρετούν για την πληρωμή μισθών και επιδομάτων, αλλά για τη συσσώρευση περιουσιακών στοιχείων.
Και βέβαια ότι, καθώς η απόδοση αυτών των περιουσιακών στοιχείων που δημιουργούνται ξεπερνά το κόστος της χρηματοδότησης, οι δημόσιες επενδύσεις ενισχύουν το δημοσιονομικό ισοζύγιο μιας κυβέρνησης.
Θύμα αυτού του δογματισμού είναι μεταξύ άλλων και η χώρα μας, που, λόγω της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας στην οποία την υποχρεώνουν σήμερα οι ξένοι πιστωτές και η συμμετοχή της στην Ε.Ε., δαπανά για δημόσιες επενδύσεις μόλις το 3% του ΑΕΠ, παραμένοντας σε μια παρατεταμένη καταστροφική ύφεση.
Κι όμως, τα παραδείγματα τριών αναπτυσσόμενων χωρών –όπως τα περιγράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Ντάνι Ρόντρικ σε πρόσφατο άρθρο του στο «Project Syndicate»– δείχνουν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά.
Παρά το δυσμενές διεθνές οικονομικό κλίμα, και οι τρεις αυτές χώρες συνεχίζουν να αναπτύσσονται σήμερα με ραγδαίους ρυθμούς χάρη στις αυξημένες δημόσιες επενδύσεις:
1. Στην Αφρική, το success story ονομάζεται Αιθιοπία. Η οικονομία της πατρίδας του καφέ αναπτύσσεται από το 2014 με μέσο ρυθμό μεγαλύτερο του 10%. Κάτι που μεταφράζεται σε σημαντική μείωση της φτώχειας και βελτίωση της δημόσιας υγείας.
Η χώρα είναι φτωχή σε πρώτες ύλες και δεν ωφελήθηκε από την έκρηξη των τιμών των εμπορευμάτων, όπως άλλες του αναπτυσσόμενου κόσμου στην προηγούμενη δεκαετία. Ούτε η οικονομική απελευθέρωση και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συνήθως συνιστούν η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο.
Αντίθετα, η ραγδαία οικονομική της ανάπτυξη ήταν αποτέλεσμα της μεγάλη αύξησης των δημόσιων δαπανών, από το 5% του ΑΕΠ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στο 19% το 2011.
Η κυβέρνησή της επένδυσε σε δρόμους, λεωφόρους, εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, σύστημα επέκτασης της καλλιεργήσιμης γης – με κεφάλαια κυρίως που προήλθαν από την ξένη βοήθεια και εν μέρει από «ετερόδοξες πολιτικές» που έφεραν τις ιδιωτικές αποταμιεύσεις στα χέρια της κυβέρνησης.
2. Στην Ασία, η εκρηκτική ανάπτυξη της Ινδίας την τελευταία δεκαετία στηρίχθηκε σε επενδύσεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, που αντιστοιχούν πλέον στο 1/3 του ΑΕΠ.
Παρότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα, ο δημόσιος συνεχίζει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.
Η ινδική κυβέρνηση χρειάστηκε συγκεκριμένα να παρέμβει τα τελευταία χρόνια με επενδύσεις, όταν τόσο η ιδιωτική επένδυση όσο και η αύξηση της παραγωγικότητας οπισθοδρόμησαν.
Επί της ουσίας τη σημερινή συνεχιζόμενη αναπτυξιακή τροχιά της πολυάνθρωπης χώρας συντηρούν οι δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές.
3. Στη Λατινική Αμερική, τέλος, η Βολιβία είναι μια από τις λίγες χώρες που εξάγουν ορυκτές πρώτες ύλες που κατάφερε να αποφύγει την κατάρρευση.
Η οικονομία της έτρεξε πέρυσι με ρυθμό 4% όταν στο σύνολό της η Λατινική Αμερική συρρικνώθηκε κατά 0,3% (εκτίμηση ΔΝΤ).
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιτυχίας οφείλεται στις δημόσιες επενδύσεις, που ο πρόεδρος Εβο Μοράλες θεωρεί κινητήρια δύναμη της βολιβιανής οικονομίας. Από το 2005 έως το 2014 οι δημόσιες επενδύσεις υπερδιπλασιάστηκαν – από 6% στο 13% του εθνικού εισοδήματος, ενώ η κυβέρνηση προτίθεται να τις αυξήσει σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα τα επόμενα χρόνια.
