Ανανεωτική πνοή δροσιάς –κατ’ άλλους… σφαλιάρα αυθάδειας και σοκ!- αποδείχτηκε το καινούργιο ανέβασμα του ροσίνειου «Κουρέα της Σεβίλης» από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα υπό τον αρχιμουσικό Μίλτο Λογιάδη, αποκομίζοντας σημειακά άνισες αλλά γενικώς πάρα πολύ καλές εντυπώσεις (13/2/2016).
Στο κατάμεστο θέατρο «Ολύμπια» παρακολούθησαν την παράσταση ουκ ολίγοι επώνυμοι, ενώ οι αντιδράσεις του κοινού στη διάρκεια της παράστασης και, βεβαίως, στο τέλος υπήρξαν ενθουσιώδεις. Τα πιο δυνατά στοιχεία της νέας παραγωγής υπήρξαν αναμφίβολα η καλοδουλεμένη ποπ σκηνοθεσία του Ιταλού Φραντσέσκο Μικέλι και οι ενσαρκώσεις των περισσότερων βασικών ρόλων από τραγουδιστές της ΕΛΣ.
Ο Μικέλι και ο ενδυματολόγος Τζανλούκα Φαλάσκι ενέγραψαν –ή μάλλον μετέγραψαν- εύστοχα τον απερίφραστο κυνισμό των χαρακτήρων της όπερας των Ροσίνι/Στερμπίνι/Μπομαρσέ στο περιβάλλον της ποπ κουλτούρας των μεταπολεμικών χρόνων διαχρονικά: ο κόμης Αλμαβίβα αποδόθηκε ως Λιμπεράτσε και ως Τζον Λένον, ο Ντον Μπαζίλιο ως Μέριλιν Μάνσον, η Ροζίνα ως Μπάρμπι και ως ποπ σταρ των 70ς κ.ο.κ.
Το ημιαφαιρετικό σκηνικό του Νικολά Μποβέ σε συνδυασμό με τον ευρηματικό σχεδιασμό οπτικών μέσων από τον εικαστικό Παναγιώτη Τομαρά δημιούργησαν έναν θεατρικό χώρο σαν παιχνιδότοπο για μεγάλους: συμβολοποιημένα σχηματικό αλλά και ψυχολογικά ενεργό.
Σε αυτό το εννοιολογικά ευανάγνωστο, γεμάτο κίνηση και βιτριολικό χιούμορ περιβάλλον κίνησε ο Μικέλι τους πρωταγωνιστές και τη χορωδία, χορογραφώντας μια δράση που αξιοποιούσε όλα τα στερεότυπα οπτικοακουστικής αφήγησης με τα οποία είναι εξοικειωμένος ένας σημερινός θεατής: από τον βωβό κινηματογράφο και το ελαφρό θέατρο μέχρι το κινούμενο σχέδιο, το τηλεοπτικό show και τη διαφήμιση.
Και βεβαίως, επειδή ο ίδιος είναι Ιταλός, δεν έλειψαν οι αναφορές στην ιστορική Commedia dell’arte. Ας ήμασταν και εμείς το ίδιο τολμηροί, ώστε να εγγράψουμε –κάποτε!- τον «Κουρέα» σε αντίστοιχα καθ’ ημάς κοινωνικά συμφραζόμενα!
Μουσικά, η παράσταση ήταν επίσης συνολικά καλή. Με σημειακές επιφυλάξεις, ισορροπημένη πρόβαλε η πλήρως εγχώρια διανομή. Χάρη στην καταφανώς λεπτομερή τους καθοδήγηση από τον σκηνοθέτη, οι μονωδοί της ΕΛΣ έδωσαν ένα συνολικά θαυμάσιο σκηνικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά κάτι που επιμένουμε να αγνοούμε στην Ελλάδα: ότι η όπερα είναι θέατρο και όχι soundtrack!
Αδιαφιλονίκητος άξονας αποδείχτηκε ο ακμαίος βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης στον επώνυμο ρόλο: με νεανική, ρωμαλέα, υγιή φωνή και αίσθηση του ροσίνειου ύφους αλλά και με άνετο, νευρώδες, απολαυστικά ζωντανό παίξιμο ενσάρκωσε έναν ωραίο, ερεθιστικά παιχνιδιάρικο Φίγκαρο.
Πολύ καλή, παρά το αναμενόμενο τρακ της πρεμιέρας και κάποιο ζόρισμα στις υψηλές νότες, η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη ως Ροζίνα πρόσφερε γενικά καλοπλασμένο ροσίνειο τραγούδι, εμπλουτισμένο γενναιόδωρα με διανθίσεις, ενώ άνετη, σαγηνευτικά ζωντανή ήταν και η σκηνική παρουσία της.
Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος σίγουρα έχει ερμηνεύσει καλύτερα τον ρόλο του κόμη Αλμαβίβα στο παρελθόν. Ανεπιφύλακτα απολαυστικός φωνητικά και σκηνικά υπήρξε ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου, ενσαρκώνοντας με μυώδη, στεντόρεια φωνή, ακριβές τραγούδι και καρτουνίστικη κινησιολογία τον ούτως ή άλλως καρατερίστικο ρόλο του Ντον Μπαζίλιο, εδώ μεταπλασμένο ως απειλητική γκόθικ φιγούρα.
Καλός ήταν ο βαθύφωνος Δημήτρης Κασιούμης στον ρόλο του πλανταγμένου από γεροντικό έρωτα Ντον Μπάρτολο. Απολαυστικοί υπήρξαν η υψίφωνος Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη στον αναβαθμισμένο από τον σκηνοθέτη ρόλο-βινιέτα της Μπέρτα και ο τενόρος Ζαφείρης Κουτελιέρης ως κλοουνίστικος Φιορέλο.
Η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ ανταποκρίθηκαν άριστα στη νευρώδη, ζωντανή διεύθυνση του αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη. Αγρυπνος υποστηρικτής των τραγουδιστών, ο τελευταίος διέπλασε ένα καλό, γενικά σφιχτοδεμένο, σαφώς αρθρωμένο ακρόαμα.
