Ακης Παπαντώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στον λόγο που εκφώνησε πέρυσι στο Βερολίνο, κατά την απονομή του βραβείου Welt Literaturpreis από την εφημερίδα Die Welt, ο Νορβηγός Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ μίλησε για το «τυφλό σημείο» της ζωής και της αφήγησής της.

Με δικά του λόγια (όπως δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό New Yorker): «Υπάρχει ένα τυφλό σημείο στην ανθρώπινη υπόσταση, ένα σημείο στο οποίο ο άλλος μετατρέπεται από ορισμένος σε αόριστο. […] Και αν υπάρχει μια οποιαδήποτε ηθική του μυθιστορήματος, τότε είναι εδώ ακριβώς –στη ζώνη μεταξύ του ενός και όλων των άλλων– που ενεργοποιείται και αποκτά βάση. Τη στιγμή που ανοίγουμε ένα βιβλίο, η απόσταση συγγραφέα και αναγνώστη εκμηδενίζεται. Η εδραίωση αυτής της εγγύτητας είναι χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος. […] Το μυθιστόρημα είναι ένα ιδιαζόντως ιδιωτικό λογοτεχνικό είδος: στη ρίζα του δεν είναι παρά η συνάντηση δυο ατόμων, του συγγραφέα και του αναγνώστη […], κι όμως μπορεί να κάνει την ίδια τη φωνή του εαυτού μας να ξεπηδήσει καινούρια από μέσα μας. Ομοίως, ο εαυτός μας μπορεί απρόσμενα να μας αποκαλυφθεί διαβάζοντας μυθιστορήματα από μέρη γεωγραφικά απόμακρα, όπως η Κίνα, η Κένυα, η Κολομβία».

Ή η Nορβηγία, προσθέτει κανείς στο σημείο αυτό, καθώς ο –48χρονος, γεννημένος στο Οσλο και κάτοικος Σουηδίας– Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ μετατράπηκε από παιδί-θαύμα της Σκανδιναβίας σε (σχεδόν) ποπ εκδοτικό φαινόμενο με την έκδοση του εξάτομου αυτοβιογραφικού έργου του «Ο αγώνας μου (Min kamp)» που αριθμεί σχεδόν 5.000 σελίδες.

Πολλά είναι στα επιμέρους στοιχεία του εξάτομου μυθιστορήματος του Κνάουσγκορντ που έχουν προκαλέσει θόρυβο.

Πρώτα, ο κύριος τίτλος της σειράς, μια ευθεία αναφορά στον «Mein Kampf» του Αδόλφου Χίτλερ. Υστερα, το είδος της μυθοπλασίας, αν δεχτούμε πως πρόκειται για αμιγή μυθοπλασία.

Τέλος, ο ίδιος ο λόγος, η ανάπτυξη της αφήγησης, όπως τον βάζει στο χαρτί ο Νορβηγός συγγραφέας.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πέραν της όποιας διάθεσης να προκαλέσει, ο Κνάουσγκορντ αντλεί από τις καθημερινές αγωνίες για να γράψει – από τους μικρούς, προσωπικούς αγώνες της σύγχρονης αστικής ζωής.

Το πρώτο βιβλίο της εξαλογίας («Ενας θάνατος στην οικογένεια», Καστανιώτης 2015) εκκινεί από τον θάνατο του πατέρα του, με τον οποίο είχε δύσκολη σχέση, και κορυφώνεται στον «αγώνα» του να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες της οικογένειάς του και την ανάγκη του να γράψει λογοτεχνία.

Το βιωμένο παρελθόν ως επινόηση

Ο, ανά χείρας, δεύτερος τόμος περιστρέφεται γύρω από τις δραστικές αλλαγές που επέφερε στη ζωή του συγγραφέα, πρώτα, ο έρωτάς του για τη γυναίκα του Λίντα και, στη συνέχεια, η γέννηση και ανατροφή των παιδιών τους.

Και εδώ κυριαρχεί η διελκυστίνδα ανάμεσα στο «οικογενειακό καθήκον» και στην ανάγκη για αφοσίωση στη συγγραφή.

Η αφήγηση –πρωτοπρόσωπη και, κατά τόπους, άνευρη (κάτι που έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Κναουσγκορντ)– είναι αμείλικτα ειλικρινής και ο συγγραφέας τη μοιράζει μεταξύ τριών αξόνων: στην εξιστόρηση μικρών, εν πρώτοις ασήμαντων καθημερινών στιγμών (από το άλλαγμα ενός μωρού έως ένα βιαστικό τσιγάρο στην αυλή), στην ανατομία των συναισθημάτων του (χωρίς ταμπού) και στις εμβόλιμες αναδρομές με θέμα, συνήθως, την λογοτεχνία.

Αυτοβιογραφείται όντως όμως ο συγγραφέας; Νομίζω πως δεν μας ενδιαφέρει –αυτό που ενδιαφέρει τον αναγνώστη είναι τι επιτυγχάνει με αυτή την (επινοημένη ή όχι) αυτοανατομία.

Εχοντας χαρακτηριστεί (μάλλον άστοχα) ως «ο νέος Προυστ», ο Κνάουσγκορντ κάνει το τετριμμένο επίκαιρο, το προσωπικό καθολικό, ανάγει τις εγωιστικές αγωνίες του σε καθρεπτίσματα των αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ δεν διστάζει να απενοχοποεί την περσόνα του συγγραφέα, είτε την ωραιοποιημένη του «πνευματικού άνθρώπου», είτε του ταλανιζόμενου από τους «δάιμονές του».

Κι αν υπάρχουν σημεία που η ανάγνωση «κάνει κοιλιά», ίσως είναι επειδή ταυτιζόμαστε με την «κοιλιά» που έκανε τη δεδομένη στιγμή η ζωή του συγγραφέα.

Ομοίως, όπου ο Κνάουσγκορντ μας συνεπαίρνει με εξάρσεις χαράς ή εσωστρεφείς αναρωτήσεις, δεν είναι παρά πειστικές αναπαραστάσεις των βιωμάτων του. Με μία, ίσως, ένσταση: την (προσώρας) απουσία της Ιστορίας από το φόντο της αφήγησης.

Αντί κατακλείδας, μια πιο γενική παρατήρηση του γράφοντος γύρω από αυτό που (συχνά πυκνά) αποκαλείται το «μεγάλο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα», σε αντιπαραβολή με το «μεγάλο αμερικάνικο μυθιστόρημα».

Τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα με αυτή τη φιλοδοξία (έμμεση ή προφανή), είναι σαφές πως επιβάλλονται από την αγορά – από την άλλη, αποτελούν το πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται ο συγγραφέας για το εύρος και την ευαισθησία του αφηγηματικού του αισθητηρίου.

Με άλλα λόγια, η αναμέτρηση με τη ρευστή σύγχρονη πραγματικότητα και, την ίδια στιγμή, με έναν μεγάλο, πολύπλοκο, αφηγηματικό καμβά, καθορίζουν τον πήχη.

Ομως, ενώ το αμερικανικό μυθιστόρημα τοποθετεί στο επίκεντρο την πλοκή και την ανατομία των συναισθημάτων (με εξαιρέσεις φυσικά), το ευρωπαϊκό (κυρίως το μη αγγλόφωνο) εστιάζει σε πιο μύχιες πτυχές της «ανθρώπινης κατάστασης» και στην αναμέτρηση με τον εαυτό και το βίωμα.

Ο Κνάουσγκορντ μοιάζει να γεφυρώνει, σε σημαντικό βαθμό, τους δυο αυτούς κόσμους – μένει να αποδειχθεί πως θα αναμετρηθεί με τον χρόνο.