Αρθρογραφώντας ακριβώς πριν από 9 χρόνια στην «Ελευθεροτυπία» (12/1/2007) για τα Πανεπιστήμια, είχα γράψει, αναφερόμενος στα όσα συνέβαιναν τότε στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης:
«Αυτή όμως η δυσαρέσκεια και αυτή η προσμονή αλλαγών […] δεν μπορεί να εκφραστεί με ένα στείρο ΟΧΙ», «Είναι απαραίτητο […] να προβάλουμε προτάσεις που και ρεαλιστικές θα είναι και νέες προοπτικές θα ανοίγουν». Και λίγο πιο κάτω: «Αντί να περιγράφουμε, χρησιμοποιώντας διάφορες θεωρίες συνωμοσίας, ζοφερά μελλοντολογικά σενάρια, ο καλύτερος τρόπος θα ήταν η προβολή της δικής μας ακαδημαϊκής προοπτικής».
Για τους γνωρίζοντες πρόσωπα και καταστάσεις, τα λόγια αυτά απευθύνονταν κυρίως σε ανθρώπους που σήμερα είναι στην εξουσία ή σε εκείνους που στήριζαν στα συνδικαλιστικά όργανα.
Δυστυχώς οι ίδιοι σήμερα έρχονται να δρέψουν τους καρπούς μιας πολύχρονης τακτικής, που όχι μόνο αρνιόταν όλες τις αλλαγές, αλλά ακόμη και τον διάλογο.
Οι σημερινές κραυγές περί «προσχηματικού διαλόγου», επερχόμενης «καταστροφής της δημόσιας παιδείας», η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο, η ματαίωση εκδηλώσεων είναι η συνέχιση μιας πολιτικής που δυστυχώς έχει εμποτίσει μεγάλο τμήμα της Αριστεράς.
Είναι σίγουρο ότι η παιδεία στη χώρα μας έχει πάρα πολλά προβλήματα, τα οποία βέβαια δεν εμφανίστηκαν τα τελευταία (μνημονιακά) χρόνια, παρόλο που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σήμερα αυτά έχουν οξυνθεί στο έπακρο.
Αρκεί να θυμηθούμε όσα λέγαμε όλοι πριν από 7, 10 ή και 15 χρόνια. Και το θέμα δεν ήταν αν μπορούμε να φτιάξουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα ενσωμάτωνε τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς (είναι μεγάλο ζήτημα να τις προσδιορίσουμε και να τις υλοποιήσουμε), αλλά ένα σύστημα που, τουλάχιστον, δεν θα υστερεί από αυτό πολλών, ακόμη και μη αναπτυγμένων χωρών.
Κάτι τέτοιο δυστυχώς, ακόμη κι αν δεν υπήρχε η κρίση, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε βέβαια θα μπορούσε να διατυπωθεί από μια «φωτισμένη» ηγεσία που πολλοί προσδοκούν.
Θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα διαλόγου και συναίνεσης πολλών συνιστωσών και πολιτικών δυνάμεων, αλλά και εκείνων που θα κληθούν σε τελευταία ανάλυση να το υλοποιήσουν, των επιστημόνων και των εκπαιδευτικών.
Δεν ξέρω αν ο διάλογος που έχει εγκαινιάσει το υπουργείο Παιδείας είναι απαραίτητο να ονομαστεί «εθνικός» (προς τι άραγε οι μεγαλοστομίες;), όμως πρέπει να είναι ΔΙΑΛΟΓΟΣ.
Και είναι εντελώς ακατανόητη η άρνηση κάποιων να συμμετάσχουν με πρόσχημα τη «νομιμοποίηση» των τελικών αποφάσεων της κυβέρνησης.
Πολλά από τα άρθρα που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες μέρες στην «Εφημερίδα των Συντακτών» απηχούν ακριβώς αυτή την άποψη.
Ξέρουν όμως πολύ καλά όλοι, ιδιαίτερα οι συνάδελφοι πανεπιστημιακοί, ότι συνδιαλέγομαι, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην συμφωνώ.
Σημαίνει όμως ότι έχω θέσεις, τις οποίες προβάλλω και προσπαθώ να πείσω για την ορθότητά τους.
Εκτός βέβαια και αν με ικανοποιεί αποκλειστικά το διαχρονικό (και απόλυτα σωστό) σύνθημα της αύξησης των δαπανών, που όμως από μόνο του δεν μπορεί να λύσει τα κομβικά προβλήματα της παιδείας.
Ποια όμως προβλήματα θα πρέπει να λύσει ένας τέτοιος διάλογος; Πιστεύω πως τα θεμελιακά ζητήματα αφορούν κυρίως την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ιδιαίτερα το Λύκειο.
Πρέπει ως κράτος και κοινωνία να διευκρινίσουμε τι θέλουμε από κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης. Αυτό θα οδηγήσει πρώτον στη διάρθρωσή τους και δεύτερον στην κατάρτιση των αντίστοιχων προγραμμάτων και τη δημιουργία των απαραίτητων δομών.
Για παράδειγμα, εδώ και πολλά χρόνια προβάλλεται η πρόταση για ένα 9ετές σχολείο και μετά από αυτό το Λύκειο.
Είναι σκόπιμη μια τέτοια διάρθρωση; Σε κάθε περίπτωση, πόσο και σε τι έκταση πρέπει να επαναλαμβάνονται γνώσεις.
Ποιοι τρόποι διδασκαλίας πρέπει να ενισχυθούν; Πώς πρέπει να καταρτίζονται τα αναλυτικά προγράμματα και πώς πρέπει να είναι γραμμένα τα σχολικά βιβλία;
Πώς θα κατακτήσουμε την αποδέσμευση του Λυκείου από την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια και πώς θα το μετατρέψουμε σε αυτοτελή εκπαιδευτική μονάδα;
Πώς θα μετατρέψουμε την τεχνική εκπαίδευση από αποθήκη αγράμματων σε ουσιαστικό χώρο μόρφωσης και απόκτησης ειδικών δεξιοτήτων;
Από την άποψη αυτή είναι χρήσιμη τόσο η μελέτη της εμπειρίας άλλων χωρών, όσο και η αξιοποίηση προηγούμενων εμπειριών της χώρας μας (πολυκλαδικά) και πορισμάτων διαφόρων επιτροπών.
Οσον αφορά τα ΑΕΙ, θα ήθελα να τονίσω την ακόλουθη προσωπική διαπίστωση. Τα τελευταία περίπου 10 χρόνια, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, παρατηρείται μια διολίσθηση προς χαμηλότερα επίπεδα σπουδών.
Αυτό είναι αποτέλεσμα και της μείωσης του προσωπικού, αλλά και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές μας λόγω της ανεπαρκούς προετοιμασίας τους από τις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Αυτό με τη σειρά του οδηγεί και στην πτώση του επιπέδου της μάζας των αποφοίτων, με τραγικές συνέπειες και κυκλική ανάδραση.
Για τα ΑΕΙ πάντως οι απαιτούμενες αλλαγές είναι περισσότερο οργανωτικού χαρακτήρα, ενώ απαιτείται η ενίσχυση και ουσιαστικοποίηση της αυτοτέλειάς τους.
Θα ήθελα εδώ να τονίσω πως η μακρόχρονη εμπειρία μου και η επαφή μου με όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης μου εδραίωσαν την πεποίθηση πως παντού υπάρχουν πραγματικά άξιοι και υπεύθυνοι λειτουργοί που, παρά τις αντιξοότητες, προσφέρουν πολλά και είναι διατεθειμένοι να συνεισφέρουν σημαντικά σε κάθε σωστή πρωτοβουλία.
Είναι επομένως ανάγκη κάθε μεταρρύθμιση να στηριχθεί σε αυτούς για να προχωρήσει και να καταστεί ουσιαστική.
Τέλος, θα κλείσω με ένα θέμα που δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί προκαλεί τόσο μένος. Αναφέρομαι στην αξιολόγηση. Κάποτε κάποιος από τους συναδέλφους μου, συνδικαλιστικό στέλεχος τότε, όταν τον ρώτησα γιατί είναι κατά της αξιολόγησης γενικά, μου απάντησε ότι «αξιολόγηση στον καπιταλισμό δεν γίνεται».
Με αυτή τη έννοια στον καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε παιδεία.
Το πρόβλημά μας δεν είναι αν γίνεται αξιολόγηση ή όχι, αλλά πώς και πού στοχεύει. Η αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο που μπορεί κάλλιστα να αξιοποιηθεί για τη βελτίωση τόσο των δομών όσο και των ανθρώπων.
Αλλωστε η μέχρι σήμερα αξιολόγηση των πανεπιστημιακών τμημάτων απέδειξε ότι όχι μόνο δεν έφερε την καταστροφή, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις ανέδειξε και ουσιαστικά προβλήματα.
Σε ένα σχετικά σύντομο άρθρο είναι αδύνατον να θίξει κανείς όλες τις πλευρές των απαιτούμενων ρυθμίσεων. Εάν όμως ο διάλογος αυτός συνεχιστεί και αρχίσει πλέον να γίνεται ουσιαστικός, παρά τις κραυγές, οι ευκαιρίες θα μας δοθούν.
*Ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, πρώην πρόεδρος ΠΟΣΔΕΠ-ΑΕΙ
