Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 1924, το Κογκρέσο ψήφισε έναν καθ’ όλα ευχάριστο νόμο για να δώσει κάποια μικρή οικονομική βοήθεια στους βετεράνους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που ανερχόταν σε $ 1.25 για κάθε μέρα που υπηρέτησαν στο εξωτερικό και $ 1,00 για κάθε ημέρα που υπηρέτησαν στα εδάφη της  Αμερικής, συνεισφέροντας, όμως, στην εξέλιξη του μεγάλου πολέμου. Η παγίδα βέβαια της ιστορίας για τους αγωνιούντες βετεράνους, ήταν ότι η καταβολή του αναλογούντος ποσού στον καθένα τους, δεν θα γινόταν μέχρι το 1945 για λόγους οικονομικής δυσπραγίας των ταμείων του κεντρικού κράτους. Ωστόσο, από το 1932 η χώρα είχε ήδη γλιστρήσει μέσα στις σκοτεινές ημέρες της Ύφεσης και οι άνεργοι βετεράνοι του πολέμου ήθελαν όσο το δυνατόν συντομότερα τα χρήματα που τους υποσχέθηκαν για να αντιμετωπίσουν τα άμεσα και ζωτικής φύσεως προβλήματα. Τον Μάιο του ίδιου έτους, περίπου 15.000 βετεράνοι από σχεδόν ολόκληρη τη χώρα, οι περισσότεροι άνεργοι και άποροι, μετέβησαν στην Ουάσιγκτον για να απαιτήσουν την άμεση πληρωμή των ειδικών επιδομάτων τους. Ανακήρυξαν τον εαυτό τους ως ‘Bonus Expeditionary Force’, αλλά το κοινό τους ονόμασε ‘Bonus Army’. Φθάνοντας κοντά στην πόλη, οργανώθηκαν όσο μπόρεσαν, φτιάχνοντας κάποια πρόχειρα καταλύματα και στρατόπεδα σε διάφορα σημεία γύρω από την πόλη, και φυσικά περίμεναν την εξέλιξη του κρίσιμου θέματος που τους απασχολούσε.  

Οι βετεράνοι δημιούργησαν το μεγαλύτερο στρατόπεδο στη θέση Anacostia Flats κατά μήκος του ποταμού δίπλα στο Καπιτώλιο. Βετεράνοι, γυναίκες και παιδιά ζούσαν σε πρόχειρα καταλύματα κατασκευασμένα από υλικά που ανέσυραν  από  σωρούς σκουπιδιών από τη γύρω περιοχή, όπως παλιοσίδερα, ξύλα, κουτιά συσκευασίας και ότι άλλο πρόχειρο εύρισκαν σε εγκαταλειμμένα μέρη, καλύπτοντας τις στέγες με αχυρένιες κατασκευές. Η πειθαρχία στο στρατόπεδο βρισκόταν σε  σχετικά καλό επίπεδο, παρά τους φόβους πολλών κατοίκων της πόλης που διέδιδαν αβάσιμες φήμες για κάποια υφέρπουσα ‘κόκκινη απειλή’. Χαράχτηκαν δρόμοι ανάμεσα στις κατασκευές, σκάφτηκαν αποχωρητήρια και δόθηκε μεγάλη σημασία στην οργάνωση και την υπακοή στις επιτροπές που επιφορτίστηκαν με το συντονισμό της όλης επιχείρησης. Οι νεοφερμένοι που ακολούθησαν, ήταν υποχρεωμένοι να εγγραφούν και να αποδείξουν  ότι ήταν καλόπιστοι ‘βετεράνοι’ οι οποίοι είχαν τιμητικά απαλλαχτεί. Ο αρχηγός τους, ο Walter Waters, δήλωσε, ότι θα μείνουν εκεί για πολύ καιρό ως γνήσια οργάνωση βετεράνων, απαιτώντας να δοθεί το μπόνους για να ανακουφιστούν σε μεγάλο βαθμό από την οικτρή οικονομική τους κατάσταση στην οποία βρίσκονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο  στρατός και τα μπλουζ του οικονομικού βοηθήματος  των βετεράνων, και η πολιορκία της Ουάσιγκτον

Η 17η Ιουνίου χαρακτηρίστηκε από μια τοπική εφημερίδα ως η πιο τεταμένη ημέρα στην πρωτεύουσα μετά τον πόλεμο. Η Γερουσία θα ψήφιζε  το νομοσχέδιο που είχε ήδη περάσει από τη Βουλή για να δοθούν αμέσως στους δικαιούχους βετεράνους τα χρήματα του σχετικού βοηθήματος. Με το σούρουπο, περίπου δέκα χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν γύρω από τους λόγους του Καπιτωλίου περιμένοντας την έκβαση της σημαντικής υπόθεσης. Σε κάποια στιγμή, ο Walter Waters, ο ηγέτης του Bonus Expeditionary Force, εμφανίστηκε ενώπιον του αγωνιούντος πλήθους με πολύ κακές ειδήσεις. Η Γερουσία δεν ενέκρινε το νομοσχέδιο και ματαίωσε την καταβολή του επιδόματος στους δικαιούχους με ψήφους 62 προς 18!

Το πλήθος αντέδρασε με σαστισμένη σιωπή και έλαβε την εντολή να γυρίσει πίσω στα καταλύματα. Έτσι ξεκίνησε μια σιωπηλή διαμαρτυρία μπροστά από το Καπιτώλιο η οποία διήρκεσε μέχρι τις 17 Ιουλίου, όταν το Κογκρέσο διέκοψε τις εργασίες του. Λίγο αργότερα, στις 28 Ιουλίου, ο Γενικός Εισαγγελέας, Mitchell, διέταξε την εκκένωση της περιοχής εκείνης από τους  βετεράνους, αλλά το γεγονός, όπως είναι εύκολο να μαντέψει κανείς, συνοδεύτηκε από αντίσταση και στο τέλος η αστυνομία της Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να πυροβολήσει, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν  δύο διαδηλωτές. Μαθαίνοντας στο μεσημεριανό γεύμα τα γεγονότα και την άκρως έκρυθμη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, ο Πρόεδρος Χούβερ διέταξε το στρατό να καθαρίσει τελείως την περιοχή από τους βετεράνους. Ακολουθώντας το πνεύμα του Προέδρου, δυνάμεις πεζικού και ιππικού, που υποστηρίζονταν από έξι τεθωρακισμένα, απεστάλησαν επειγόντως με επικεφαλής τον Στρατηγό Douglas MacArthur. Ο ταγματάρχης  Dwight D.Eisenhower, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος  με την  αστυνομία της Ουάσιγκτον, ενώ ο George Patton επικεφαλής του  ιππικού. Τα στρατεύματα μαζεύτηκαν στη Λεωφόρο της Πενσυλβάνια, κάτω από το Καπιτώλιο, ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι βγήκαν στο δρόμο από τις εργασίες τους για να παρακολουθήσουν τα τεκταινόμενα. Οι βετεράνοι, προς στιγμήν θεώρησαν ότι η μεγαλειώδης στρατιωτική συγκέντρωση γινόταν προς τιμήν τους και γι αυτό, επευφημούσαν.

Ο  στρατός και τα μπλουζ του οικονομικού βοηθήματος  των βετεράνων, και η πολιορκία της Ουάσιγκτον

Ξαφνικά οι στρατιώτες του Patton γύρισαν και εφόρμησαν εναντίον του συγκεντρωμένου πλήθους, με τους θεατές από τα πέριξ  να φωνάζουν ‘ντροπή’. Ακολούθησε επίθεση από τους στρατιώτες με ξιφολόγχες εκσφενδονίζοντας ποσότητα δακρυγόνων μέσα στο πλήθος. Με το σούρουπο οι βετεράνοι του Bonus Expeditionary Force υποχώρησαν κατά μήκος του ποταμού Anacostia και ο Χούβερ διέταξε τον MacArthur να σταματήσει. Αγνοώντας την εντολή, ο στρατηγός κατεύθυνε το  πεζικό  στον κύριο χώρο του στρατοπέδου και εκδίωξε τους συγκεντρωμένους, αφήνοντας το στρατόπεδο κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες. Τα τελικά αποτελέσματα της σύγκρουσης, δυσάρεστα. Δύο βρέφη πέθαναν, ενώ τα κοντινά νοσοκομεία κατακλύστηκαν από τραυματισμένους διαδηλωτές. Ο Αϊζενχάουερ έγραψε αργότερα, πως η ‘όλη σκηνή ήταν θλιβερή, οι βετεράνοι ήταν πεινασμένοι και ρακένδυτοι, φορώντας αποκόμματα από παλιές στρατιωτικές στολές, και αισθάνθηκαν άσχημα για την κακοποίησή τους’!

Ο  στρατός και τα μπλουζ του οικονομικού βοηθήματος  των βετεράνων, και η πολιορκία της Ουάσιγκτον

Οι εικόνες του μόνιμου στρατού να επιτίθενται στις συμπαθείς τάξεις των βετεράνων, τυπώθηκαν στις εφημερίδες σε όλη τη χώρα, επιβεβαιώνοντας την εθνική οργή σχετικά με τη διακυβέρνηση του Χούβερ και ​​ δημιουργώντας στην κοινή γνώμη μεγάλη συμπάθεια για τους βετεράνους. Μετά τη διάλυσή τους το 1932, οι βετεράνοι συνέχισαν την εκστρατεία τους για να λάβουν τα χρήματα του μπόνους, με πρόσθετες πορείες στην  Ουάσιγκτον, έχοντας στο πλευρό τους τη μεγάλη υποστήριξη του κοινού, αλλά η κυβέρνηση συνέχισε να αντιστέκεται στην άμεση πληρωμή, επικαλούμενη ανησυχίες για τις επιπτώσεις της τεράστιας δαπάνης για την εθνική οικονομία. Οι βετεράνοι τελικά ανταμείφτηκαν το 1936, με ένα νομοσχέδιο που επέτρεπε την εξαργύρωση των ομολόγων όποτε ήθελαν οι ίδιοι,  το οποίο πέρασε παρά  το βέτο του προέδρου Ρούζβελτ. 

Τα μπλουζ, όπως ήταν ευνόητο,  δεν θα μπορούσαν να μείνουν ασυγκίνητα από το σοβαρό γεγονός. Ο αγώνας των βετεράνων θα μετατραπεί σε ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της Μεγάλης Ύφεσης και ενέπνευσε τους μπλουζίστες για να γράψουν πολλά όμορφα τραγούδια που  αναφέρονταν στα εν λόγω γεγονότα.

Ο  στρατός και τα μπλουζ του οικονομικού βοηθήματος  των βετεράνων, και η πολιορκία της Ουάσιγκτον

Στιγμιότυπο των επεισοδίων του Ιουλίου του  1932, στα περίχωρα της  Ουάσινγκτον, που κατέληξαν σε καταστροφή και κάψιμο του καταυλισμού και την εκδίωξη των διαδηλωτών, εκτός φυσικά των νεκρών και των αμέτρητων  τραυματισμένων οι οποίοι διακομίστηκαν στα νοσοκομεία της περιοχής. 

Ο Joe Pullum (1905-1964), ίσως ήταν ο πρώτος τραγουδιστής που αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο βοήθημα των βετεράνων του πολέμου, το 1934 με το τραγούδι του, “Black Gal What Makes Your Head So Hard?”. Εκείνη τη στιγμή τα χρήματα αυτά ήταν διαθέσιμα μόνο σε μορφή ομολόγων, τα οποία όμως δεν θα μπορούσαν να εξαργυρωθούν μέχρι το 1945. Πολλοί βετεράνοι ήταν σε θέση να αξιοποιήσουν τα μπόνους αυτά μέσω δανείων, αλλά με ότι αυτή η κίνηση συνεπαγόταν, δηλαδή την καταβολή τόκων. Σε αυτό αναφερόταν ο Joe Pullum όταν τραγούδησε στο παραπάνω τραγούδι, για τα χρήματα του δικού του βοηθήματος. Ο Joe Pullum όμως ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια που αναφέρονταν στο μπόνους αυτό, συμπεριλαμβανομένου του “Bonus Blues” το 1936. Στο μπλουζ ‘Black Gal What Makes Your Head So Hard?’, ο τραγουδιστής  παραπονιέται ότι η κοπέλα του τον εγκατέλειψε άσπλαχνα. Ήταν μαύρη, υπέροχη, όμορφη και καλή μαζί του. Κυκλοφορούσαν  πάντα μαζί και γύριζαν όλη την πόλη, πάνω κάτω.  Όλα αυτά βέβαια, έως ότου είχε τα χρήματα που είχε λάβει ως αποζημίωση και δώρο από την Πολιτεία. Όταν αυτά τελείωσαν, εκείνη τον άφησε μόνο κι έφυγε μακρυά του. Ο τραγουδιστής στο τέλος ορκίζεται στο Θεό ότι θα την κυνηγήσει με όλους τους τρόπους και θα την πιάσει για να την τιμωρήσει, όπου και να πάει. Το πιστόλι του, απαραίτητο σε αυτή την αναζήτηση! 

(Black gal, black gal/What makes yo’ head so hard?/… When I got my bonus/Had my big money/She followed me all over town/… Now that she spent all-a my money/She don’t even want me ’round… But I’m going to hunt her/… With my smokin’ 44 /…An when I find that black gal/Lord, her nappy, knotty head/Won’t be hard no mo’)

Τα περισσότερα από τα μπλουζ που ασχολούνται με την αποζημίωση αυτή, αναφέρονται κυρίως στις λεπτομέρειες για το πώς θα δαπανηθούν τα χρήματα όταν φυσικά έρθουν στα χέρια των δικαιούχων. Τα πολιτικά ζητήματα αναφέρονται έμμεσα, όπως συμβαίνει άλλωστε συχνά στα μπλουζ, ενώ αρκετές είναι οι αναφορές σε θέματα που επηρεάζουν την καθημερινή  ζωή των απλών ανθρώπων. Η ιστορία των μπλουζ σε σχέση με την αποζημίωση των βετεράνων του πολέμου, αποτελεί σίγουρα  μια συναρπαστική ιστορία και οι καλλιτέχνες των μπλουζ δεν θα άφηναν ποτέ ανέγγιχτη αυτή την ευκαιρία. Και άλλοι βεβαίως δεν ‘άφησαν’ την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη και προχώρησαν στο γράψιμο των δικών τους τραγουδιών. Έτσι εκτός από το ‘Black Gal What Makes Your Head So Hard?’, ο Joe Pullum αναφέρθηκε για το συγκεκριμένο γεγονός και στο  μπλουζ  ‘Bonus Blues’, ο Carl Martin τραγούδησε το ‘m Gonna Have My Fun’,  οι Cripple Clarence Lofton and Red Nelson το ‘ When The Soldiers Get Their Bonus’, κι ο Bumble Bee Slim, το δικό του ‘When I Get My Money’, για να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς. Ο Peetie Wheatstraw ηχογράφησε το μπλουζ ‘Όταν πάρω το βοήθημά μου’ (When I Get My Bonus – Things Will Be Coming My Way) στις 18 Φεβρουαρίου 1936. Όσο είναι άφραγκος λέει, και δεν έχει δεκάρα, καμία ψηλομύτα και σνομπ γυναίκα δεν του δίνει την παραμικρή σημασία. Αλλά όλα τα πράγματα θα αλλάξουν, όταν πάρει το μπόνους του, αφού θα μπορεί να πίνει το ουίσκυ  και το τζιν του και να απολαμβάνει με τον τρόπο του και με τα χρήματά του την καινούργια κατάσταση! 

(When I was broke, didn’t have a dime/You hinkty* women, wouldn’t pay me no mind/But when I get my bonus, things will be coming my way/Then I will be up on my feet again,/I’m gonna drink my whiskey, and goin’ to drink my gin…).