Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ, ένα από τα σπουδαία έργα του σπουδαίου Βρετανού δραματουργού, παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά σε μια παράσταση-περιήγηση στον χώρο και τον χρόνο.

Στους τρεις ρόλους τρεις σημαντικοί ηθοποιοί, οι Γιώργος Γλάστρας, Μαρία Σκουλά και Νίκος Ψαρράς, στην πρώτη τους συνεργασία με τον σκηνοθέτη Γιάννη Μόσχο.

Το έργο πρωτοανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας το 1978, σε σκηνοθεσία Πίτερ Χολ και τρία χρόνια αργότερα για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Στη νέα σκηνική εκδοχή του οι θεατές περιηγούνται μαζί με τους ηθοποιούς σε διάφορους χώρους του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά (σκηνή, μπαρ, φουαγέ, κλιμακοστάσια) όπου εξελίσσονται οι εννέα σκηνές του έργου, το οποίο ξεκινά στο σήμερα και τελειώνει εννέα χρόνια πριν…

Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία των τριών ηρώων του (τη διαδρομή της ερωτικής σχέσης ενός άντρα με τη σύζυγο του καλύτερου του φίλου) μέσα από εννέα σύντομες σκηνές, χρησιμοποιώντας μια ανατροπή: οι σκηνές ακολουθούν ανεστραμμένη χρονολογική σειρά.

Οι θεατές παρακολουθούν από απόσταση αναπνοής τα πρόσωπα, βλέπουν μέσα από το μικροσκόπιο τις αλλαγές στη στάση και τη συμπεριφορά που τους επιφυλάσσει ο χρόνος, αυτή τη διαρκή «προδοσία» όλων μας απέναντι στους άλλους, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό.

«Το έργο παλαντζάρει μεταξύ κωμωδίας και δράματος, δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις», λέει ο Γιάννης Μόσχος. «Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε τη σχέση ενός παράνομου ερωτικού δεσμού, του άντρα με τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου.

»Το έργο ξεκινάει δύο χρόνια αφότου οι δύο εραστές έχουν χωρίσει. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο χρόνος αρχίζει να ξεφλουδίζεται προς τα πίσω για να φτάσει στην αρχή του δεσμού τους, εννέα χρόνια πριν. Το κείμενο παρουσιάζει όλα τα στοιχεία ενός κωμικοδραματικού μπουλβάρ.

»Ο Πίντερ χρησιμοποιώντας τα ίδια τα εργαλεία αυτού του είδους, συγχρόνως τα «καταργεί», χωρίς να αρνείται την τυπική δομή, τον παράνομο δεσμό, τα προβλήματα που δημιουργούνται, το πώς ο σύζυγος ενημερώνεται για την απιστία, το πώς κρύβεται ο ένας από τον άλλον.

»Ο Πίντερ παίρνει τη μυθοπλασία, τους κώδικες του μπουλβάρ ακόμα και τη γλώσσα, απολύτως συνειδητά, γιατί στην πορεία όλα τα μεταποιεί σε κάτι καινούργιο. Αποδομεί την παλιά δοκιμασμένη μέθοδο και αποκαλύπτει έναν άλλο τρόπο γραφής, αυτόν που έμελλε ν’ αλλάξει τα πάντα στο παγκόσμιο θέατρο.

Ο Πίντερ είναι ο πρώτος συγγραφέας που γράφει διαλόγους οι οποίοι αυτοϋπονομεύονται, κάποτε στα όρια του παράλογου. Οι ήρωες απαντούν όχι κυριολεκτικά αλλά σύμφωνα μ’ αυτό που προσλαμβάνουν ως αίσθηση από τα λεγόμενα του άλλου».

• Μια τεχνική που είναι εύληπτη πλέον από το κοινό;

Η τάση που δεν μας είναι ξένη, υπάρχει στην καθημερινότητα της ζωής, κι εμείς υποσκάπτουμε τον διάλογο μεταξύ μας. Η θεατρική γραφή αρνούνταν να την αξιοποιήσει μέχρι που το έκανε ο Πίντερ.

Υπήρχε δηλαδή η λογική του καλοφτιαγμένου έργου, η επεξεργασία της ερωταπόκρισης των προσώπων, αλλά έλειπε η γλωσσική πραγματικότητα της εποχής. Μέσα σ’ όλη την μπαναλιτέ κατάσταση των δύο εραστών παρεισφρέουν πληροφορίες σχετικά με το τι λένε, τι εννοούν, τι υπάρχει κάτω από τις σιωπές. Ο συγγραφέας αφήνει χώρο στην πράξη του θεάτρου.

Ως εξαιρετικός σκηνοθέτης και ηθοποιός επίσης, όχι μόνο σε έργα του, αντιλαμβάνεται ότι το έργο ολοκληρώνεται με τη σκηνική πράξη, εκεί αποτυπώνεται το αποτέλεσμα του λόγου. Γι’ αυτό ζητά η διαδικασία να ζωντανέψει την πραγματικότητα της κατάστασης, να γίνει εμφανές τι διαμείβεται υπογείως αντίθετα με ό,τι λέγεται επιφανειακά.

Πρόκειται για τα πιο βατά έργα του Πίντερ, μια οικεία ιστορία με την παραδοξότητα του αντεστραμμένου χρόνου – νομίζω ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε αυτή η φόρμα του χρόνου.

Η παράσταση εξελίσσεται σε διάφορους εμβληματικούς χώρους του θεάτρου μέχρι να φτάσει στη σκηνή. Η ιδέα γεννήθηκε εξ αρχής. Ηθελα την κοντινή σχέση των θεατών με τους ηθοποιούς, την παρατήρηση μέσα από την «κλειδαρότρυπα».

• Το ξετύλιγμα του χρόνου προς τα πίσω προδίδει τις αλλαγές των προσώπων;

Αυτό το στοιχείο είναι τρομερά αποκαλυπτικό για το πώς αλλάζουμε στο πέρασμα των χρόνων. Βλέποντας τα πράγματα προς τα πίσω καταλαβαίνουμε πόσο διαφορετικοί έχουμε υπάρξει σε πιστεύω, αισθήματα, ιδεολογίες, ιδανικά.

Στον παρόντα χρόνο δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο ευάλωτοι είμαστε στις αλλαγές, δεν σκεφτόμαστε πόσο ανθεκτικές είναι οι απόψεις, οι πράξεις για τις οποίες δίνουμε μέχρι και μάχες. Δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν να συνειδητοποιήσουμε πόσο αλλού έχουμε μετακινηθεί.

• Μήπως επειδή το σύνθημα της ζωής είναι να κοιτάζουμε μπροστά;

Ναι, γιατί πώς αλλιώς μπορείς να ζήσεις; Το παρόν και το μέλλον σε τραβάνε μπροστά. Αφήνεις το χτες και οραματίζεσαι, επιλέγεις, σχεδιάζεις για το αύριο.

• Η εποχή βοηθάει στο να ονειρεύεσαι;

Δεν είμαι αιθεροβάμων. Ξέρω ότι όλα τριγύρω συνεργούν στην κατάθλιψη. Ομως η ζωή συνεχίζεται. Οσο κυνική θεώρηση κι αν έχεις για τα πράγματα, κινείσαι προς τα εμπρός αναπόφευκτα. Αρα οφείλεις να αισιοδοξείς σε πείσμα των δυσκολιών.

Δεν είναι μικρό να ονειρευόμαστε. Να φτιάξεις, να δημιουργήσεις κάτι. Είναι κι αυτό ένα όραμα. Κάτι ελάχιστο, δεν προτείνω ν’ αλλάξεις την ανθρωπότητα. Μια ανεπαίσθητη έστω κίνηση που θα μας πάει παρακάτω. Να προχωρήσουμε προσωπικά αλλά και ως κοινωνία. Ο καθένας σε ό,τι του αναλογεί. Ακούγεται λίγο ουτοπικό αλλά από κάπου πρέπει να πιαστούμε.

• Μια ιστορία απιστίας δεν θεωρείται μπανάλ στις μέρες μας;

Εννοείται, αλλά αυτό δεν είναι το ζητούμενο του έργου. Δεν είναι η απιστία αλλά η προδοσία. Από τη μια υπάρχει η κυριολεξία της λέξης, η προδοσία στον έρωτα, τη φιλία, τα ιδανικά, την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, την πραγματικότητα, αλλά συγχρόνως η προδοσία του χρόνου.

Προδίδουμε τον εαυτό μας ή ο χρόνος μάς προδίδει; Η αλήθεια είναι τώρα. Αύριο μπορεί να είναι άλλη. Αυτό που θεωρώ και ομολογώ ως πραγματικότητα αυτή τη στιγμή, μπορεί γρήγορα ν’ αλλάξει. Οπως και τα αισθήματά μας που μοιάζει να τα προδίδουμε στο μέλλον.

• Ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να αρπαχτεί από το τώρα, να επενδύσει σ’ αυτό που νιώθει, που σκέφτεται.

Είναι γιατί χρειάζεται μια σταθερή αναφορά ακριβώς επειδή η ζωή είναι τόσο ρευστή. Να πατήσεις κάπου, να έχεις συνενόχους, να νιώσεις ασφαλής. Αδυνατούμε να διαχειριστούμε το ευμετάβλητο της ζωής, παρ’ όλο που ξέρουμε καλά ότι υπάρχει και ρυθμίζει ερήμην μας τα πάντα. Είναι ανέφικτο να επενδύεις.

Υπάρχει μόνον η αλήθεια της στιγμής. Στην αντίληψη του Πίντερ, όχι στον τρόπο γραφής, παρατηρώ μια συγγένεια με τον Τσέχοφ. Πρώτος σαρκάζει τον εαυτό του, δεν είναι επικριτικός στον τρόπο συμπεριφοράς των ηρώων του. Εχει συμπόνια για την ανθρώπινη κατάσταση, μεγάλη κατανόηση για την ανοησία όλων μας.

• Η παράστασή σας στο Φεστιβάλ Αθηνών πέρσι, βασισμένη σε διηγήματα του Τσέχοφ, γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Να πω ότι δεν το χάρηκα;… Μια ωραία συγκυρία, από τα λίγα πράγματα που έχω κάνει και δεν βρήκα κάτι αρνητικό. Αυτό δεν σου συμβαίνει συχνά αν δεν είσαι ψώνιο και νομίζεις ότι η δουλειά σου είναι σωστή, καταπληκτική.

Αισθάνθηκα ότι κάτι έγινε που ήταν αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. Στο θέατρο συνεργούν πολλοί παράγοντες για μια επιτυχία. Τον αγαπώ πολύ τον Τσέχοφ, χρόνια είχα στο κεφάλι μου να κάνω κάτι με τα διηγήματά του.

• Πόσο ρόλο παίζει τελικά η διανομή;

Ο Μίνως Βολανάκης, που θαυμάζω απεριόριστα, έλεγε ότι το 70% μιας παράστασης οφείλεται στη διανομή. Είχε πολύ δίκιο, η διανομή αφορά ένα μεγάλο κομμάτι της σκηνοθεσίας. Εγώ δεν ανήκω στους σκηνοθέτες που δουλεύουν μια αυστηρή φόρμα, μια συγκεκριμένη άποψη.

Θεωρώ πολύ σημαντικό παράγοντα την πίστη μου στους ηθοποιούς, πώς θα συνδιαλλαγούμε με το κείμενο, πώς θα συνομιλήσουμε μ’ αυτό στην εποχή μας. Μια παράσταση χωρίς ηθοποιούς δεν γίνεται, χωρίς σκηνοθέτη δεν γίνεται. Κι έχουμε πολλούς και πολύ καλούς ηθοποιούς. Και μάλιστα από όλες τις γενιές.

Το προσφυγικό με τρομάζει

• Πίντερ στο Δημοτικό Θέατρο στον Πειραιά κι ένα κύμα προσφύγων στο λιμάνι.

Παρακολουθώ έντρομος τι γίνεται. Το προσφυγικό ζήτημα με τόσες πτυχές στην αντιμετώπισή του είναι πια τρομακτικό. Η Ιστορία δεν μας διδάσκει τελικά τίποτα. Οι πόλεμοι, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι πρόσφατα γεγονότα.

Η ηρεμία των τελευταίων χρόνων ήταν λοιπόν προσωρινή ή νομίζαμε ότι υπήρχε. Φοβάμαι ότι άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Νιώθω μια ανησυχία, μακάρι να διαψευστώ, ότι κάτι κακό θα σκάσει. Δεν είναι η οικονομική πίεση μόνο, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης του προσφυγικού.

Η Ευρώπη διαλύεται, είναι πασιφανές πια. Σκέφτομαι ότι λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, η ίδια εξαθλίωση και οικονομική ανέχεια υπήρχε. Φανταζόταν κανείς τότε ότι θα οδηγούσε στον ναζισμό, στην ισοπέδωση της Ευρώπης;

• Τελικά οι λαοί δεν διδάσκονται ποτέ;

Αποδεικνύεται πως όχι, αφού επιστρέφουν στα ίδια λάθη. Θα περίμενε κανείς η ιστορία του τελευταίου αιώνα σε κάτι τουλάχιστον να μας ήταν χρήσιμη. Και τότε δεν υπήρχε καν πληροφόρηση. Σήμερα, στον κόσμο της τεχνολογίας, μοιάζει σαν να μην ξέρουμε τίποτα, ανήμποροι παρακολουθούμε τα γεγονότα να συμβαίνουν και δεν έχουμε τρόπο να τα αποκωδικοποιήσουμε.

Στη χώρα μας επικρατεί ένα νεφέλωμα πολιτικό. Ποιος να νιώσει ασφαλής; Κάθε φορά κι ένας ακόμα πιο οδυνηρός συμβιβασμός.

Ελπίζω σ’ ένα αστικό προοδευτικό κόμμα που θα μπορεί να εφαρμόσει τα στοιχειώδη μέσα σ’ ένα πλαίσιο στεγανών που, δυστυχώς, υφίστανται αντικειμενικά.

Το να έχουμε φρούδες ελπίδες μιας γενικότερης ανατροπής δεν χρησιμεύει, ειδικά τώρα. Δεν νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι για επανάσταση…

• Μπορούμε να απαλλαγούμε από την κατάρα του διχασμού;

Ο διχασμός αφορά τον τρόπο που κινείται η δημόσια ζωή του τόπου. Από παλαιότερα και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όλα ήταν πάντα ακραία, αφοριστικά. Οι επικεφαλής κομμάτων, οργανισμών, φορέων, κινήσεων μας ζητούν να γίνουμε οπαδοί είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης.

Μας λείπουν ηγέτες με την ουσιαστική έννοια του όρου, αυτοί που δεν θα ζητήσουν οπαδούς, αλλά θα παράξουν έργο. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να φτιαχτούν δομές. Τα πρόσωπα μετράνε, έτσι εντείνεται η προσωπολατρία, η ανάγκη να πιστέψεις σ’ έναν σωτήρα. Το σταριλίκι έχει σημασία, το εξώφυλλο και όχι η εργασία. Μάλλον πρόκειται για άρνηση της πραγματικότητας.

INFO:

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (Ηρώων Πολυτεχνείου 32 και Βασιλέως Γεωργίου, τηλ.: 210 4143310). Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος. Σκηνικά – Κοστούμια: Τίνα Τζόκα. Κίνηση: Ανθή Θεοφιλίδου. Παίζουν: Γιώργος Γλάστρας, Μαρία Σκουλά, Νίκος Ψαρράς. Ωρες παραστάσεων: Σάββατο 18.00, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη 21.30.