Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιάννης Ατζακάς είναι από τις λίγες περιπτώσεις συγγραφέων που όχι μόνο εμφανίστηκε στα γράμματα αργά, στα εξήντα έξι του χρόνια, αλλά και συνέχισε με τακτικότητα έκτοτε και μάλιστα παγίωσε με τα πέντε ώς τώρα έργα του το στίγμα του, την ποιότητα της γραφής του και την καθαρότητα του ύφους του.

Γεννημένος το 1941, εκφράζει ακριβώς το μεταπολεμικό και μετεμφυλιακό κλίμα, όπως το βίωσε μικρό παιδί και όπως το εισέπραξε τόσο από τις διηγήσεις άλλων όσο και από το κοινωνικοπολιτικό κλίμα που επακολούθησε στην Ελλάδα.

Το παρόν, πέμπτο του, βιβλίο, που συνεχίζει τη γραμμή των υπόλοιπων, περιλαμβάνει οκτώ διηγήματα, τα οποία γράφονται με πένα βουτηγμένη σε μια παλέτα με εμφυλιοπολεμικό κάρβουνο, λίγες τέμπερες μυθολογίας και πολλή συναισθηματική ώχρα που απαλαίνει τα χρώματα.

Τα περισσότερα κείμενα της συλλογής αναφέρονται σε ένα προκαθορισμένο παρελθόν, το οποίο αναμοχλεύεται, είτε υπό το πρίσμα προσωπικών αναπολήσεων που αφορούν τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις είτε υπό τον φακό της Ιστορίας η οποία συρράπτει πρόσωπα και γεγονότα σε έναν ανεξίτηλο πίνακα. Σε πολλά από αυτά η δυστυχία των ηρώων θυμίζει ηθογραφική ανάγνωση ή τραγική ταινία του ’60, χωρίς ωστόσο να παρουσιάζεται μελοδραματικά.

Δυο-τρεις από τους ήρωες ισάριθμων διηγημάτων βιώνουν την αποτυχία του έρωτα και την απόρριψη, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Δυο-τρεις άλλοι φτιάχνουν την οικογένειά τους με μύρια βάσανα, αλλά τελικά ο τροχός της τύχης αναποδογυρίζεται και καταστρέφει ό,τι με κόπο και θυσίες χτίστηκε.

Σε μια Ελλάδα που προσπαθεί να ξεφύγει από τη φτώχεια και τον διχασμό, τελικά το χωριό, η Ιστορία, η πολιτική είναι παράγοντες που πλαισιώνουν τη ζωή των χαρακτήρων και την επηρεάζουν τόσο καθοριστικά, ώστε να είναι δύσκολη η προσωπική πρόοδος και η μόνιμη σταθερότητα.

Ο γιος που πηγαίνει να ξαναδεί τον αυτοεξόριστο αριστερό πατέρα του σε χώρες του παραπετάσματος, ο μικρός, φτωχός, πλην καλός, μαθητής που καταδικάζεται σε ένα άδηλο μέλλον λόγω συντριπτικού κατάγματος στο πόδι, ο νεαρός φοιτητής που καταφεύγει εργάτης στο Αγιον Ορος για να ξεχάσει τον πόνο της ερωτικής απόρριψης, ο δουλευτής αγωγιάτης που έφτιαξε οικογένεια, αλλά, σαν έχασε τα παιδιά του, καταπλακώθηκε από τον πόνο και πνίγηκε στο πιοτό κ.λπ. είναι φιγούρες ζωντανές, πλασμένες με χώμα και αίμα, εκδοχές του ανθρώπου που παλεύει, μα «η άδικη αυτή [τ]ου η τύχη πάντα ενθάρρυνση κ’ επιτυχία να [τ’] αρνείται».

Δύο βασικούς άξονες μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μέσα στα κείμενα της συλλογής «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη». Από τη μία, είναι η πολιτική που δεν μπορεί να τιθασεύσει τον έρωτα, καθώς το προαιώνιο ένστικτο, το πάθος, το συναίσθημα, το τραύμα, όπως θέλετε πείτε το, κραυγάζει συχνά περισσότερο από τη φωνή του έθνους. Το ατομικό ζόρι ορθώνεται ενίοτε πάνω από το κοινωνικό συμφέρον και το παραμερίζει, θέτοντας τις δικές του προτεραιότητες.

Στην ουσία βλέπουμε τη σύγκρουση, και σπανιότερα συμπόρευση, ενός ατομικού ενστίκτου που δεν υποχωρεί ποτέ και αφήνει τραύματα, και ενός κοινωνικού στόχου, ο οποίος, εξίσου φρούδος, καθιζάνει από το βάρος εξωτερικών συνθηκών και συλλογικών αδυναμιών.

Από την άλλη, ο Γ. Ατζακάς πιστεύει ενδόμυχα στη δύναμη της μοίρας, που καθορίζει πεπρωμένα και αντιτίθεται στη θέληση των ανθρώπων. Μπορεί κανείς να μιλήσει για μια λαϊκή μοιρολατρία, η οποία επαναλαμβάνεται από διήγημα σε διήγημα και επανέρχεται με λέξεις όπως «μοίρα», «ατυχία», «μοιραία προσμονή ενός αναπότρεπτου τέλους», «αστάθεια της τύχης».

Οι προσπάθειες του ανθρώπου αποδεικνύονται τραγικές, επειδή προσκρούουν στο αντίξοο κλίμα, στην πεπρωμένη αναποδιά, σ’ έναν Θεό που δεν επιτρέπει όχι μόνο υψηλές πτήσεις αλλά και απλές, γήινες επιτυχίες.

Το παπαδιαμαντικό υπόβαθρο που βρίσκεται κάτω από πολλές ιστορίες έρχεται να στηρίξει περισσότερο μια τέτοια σύλληψη της ζωής. Δεν είναι μόνο η ρητή διακειμενικότητα η οποία εσκεμμένα υπόκειται σε έργα όπως «Ενας αλιβάνιστος», που παραπέμπει δεδηλωμένα στο ομώνυμο διήγημα του Σκιαθίτη, αλλά και αυτή που υπηρετείται από διάσπαρτα αποσπάσματα από άλλα έργα του Αλ. Παπαδιαμάντη.

Ετσι, μέσα από την αναγωγή στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά και την καταγωγή στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, συστήνεται ένα διήγημα νεοηθογραφικό, το οποίο δεν εξωραΐζει την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της, αλλά αντίθετα, με ρεαλισμό και ακρίβεια, σκιαγραφεί το βαρύ χέρι της.

Ο διηγηματογράφος ξέρει να ντύνει τα θέματά του με χρώματα σαπιέλ και ώχρες, ώστε το παλιό να φαίνεται διαχρονικό και το αλλοτινό να ρίχνει τη σκιά του στον ελληνικό βίο σε μια διαρκή παρουσία.