Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενάμιση χρόνο μετά την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Γυναίκα με ποδήλατο, ο πολυσχιδής Νικόλας Σεβαστάκης επανέρχεται με νέα συλλογή: Αντρας που πέφτει. Τα δεδομένα των τίτλων στα δύο βιβλία, δηλαδή η αντιθετική χρήση του φύλου, γυναίκα-άντρας, και η κίνηση στη συνέχεια, με τροχήλατο μέσο ή χωρίς, αβίαστα οδηγούν σε συγκριτικού τύπου επισημάνσεις.

Το ένα βιβλίο αποτελεί, τρόπον τινά, συνέχεια του άλλου, ως κλίμα και θεματολογία. Μπορεί όμως να υποδεικνύει απλώς, αποδίδοντας δικαιοσύνη, την αναγκαία συνύπαρξη αλλά και τη διαπάλη των δύο φύλων.

Πρόσθετο υλικό σ’ αυτή την αναζήτηση προσφέρουν οι εικόνες των εξωφύλλων στα δύο βιβλία: αιθέρια και ονειρική η μορφή της γυναίκας με το ποδήλατο, στο ένα, σαν να προσβλέπει σε μια απογείωση∙ γειωμένος, σε ευθύγραμμη ανέμελη πορεία, με την πτώση ίσως κάπου στο βάθος, ο άνδρας, στο άλλο, δεν δείχνει να διακατέχεται από αβεβαιότητα.

Δέκα διηγήματα, πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, από σαράντα τρεις σελίδες το μεγαλύτερο μέχρι έξι το μικρότερο, κινούνται στο γνωστό, ρεαλιστικά ποιητικό κλίμα και των προηγούμενων σύντομων κειμένων του συγγραφέα.

Ανθρωποι καθημερινοί, φιγούρες γνώριμες, ζουν και κινούνται γύρω μας, σε χρόνο παρόντα, ή κοντινό παρελθοντικό, και τόπο γνωστό∙ αγαπούν, προδίδονται, υποφέρουν, επιλέγουν, διαψεύδονται, αμφισβητούν, επιμένουν.

Στο πρώτο, το ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα ένας εγκαταλελειμμένος σύζυγος λυγίζει από το βάρος της εγκατάλειψης∙ η σκιά της Αμαλίας, πρώην συζύγου, τον ακολουθεί: «Καθώς τινάζει τη σκόνη απ’ το μπατζάκι του, νιώθει τη δύναμη της φωνής της: κομμάτια από το παρελθόν μπερδεύονται στα πόδια του, αλλά εκείνος πρέπει να προχωρήσει, πρέπει να προχωρήσει κόβοντας δρόμο».

Ποιητικότατη αλληγορία ο «Αυτόχειρας της βροχής»: «Λίγο πριν τελειώσουν όλα, η συνείδησή του έψαχνε ακόμα απαντήσεις στο ευχάριστο, ψυχρό αεράκι από το πέλαγος».

Ο Βλάσης, «ο άνθρωπος που αφοσιώθηκε στο πρωτόκολλο του άμεμπτου πωλητή βιβλίων» ζει στο πετσί του την αλλαγή των εποχών, «το τέλος εποχής» που λέει και ο τίτλος∙ και, ύστερα από μια κρίση κατάθλιψης, αποφασίζει να αλλάξει ρότα, χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο πως θα βρει τη λύτρωση.

Μέσα από τη ζωή τριών ανθρώπων, του αφηγητή, του Βλάση και του Πετράν, που είναι υπάλληλοι μεγάλου βιβλιοπωλείου, περνά ο μαγικός κόσμος των βιβλίων και των εξεγέρσεων, με ζωές συμβατές και ασύμβατες, με απειλή απολύσεων και συνδικαλιστικές παρεμβάσεις.

Αξιοπρόσεκτες η ψυχογραφική ικανότητα του Σεβαστάκη και η ενδελεχής παρατήρηση επικοινωνίας, διαφωνιών, ταυτίσεων, ζωής τελικά.

Στο «Η μέρα της Πολυξένης» ο τριτοπρόσωπος αφηγητής παρακολουθεί με αισθαντικότητα το εικοσιτετράωρο μιας μοναχικής γυναίκας, στο λεωφορείο, στο κομμωτήριο, στην αγορά, στο διαμέρισμά της∙ τη βοηθάει να ξετυλίξει μνήμη και αίσθημα, να απορήσει, να νιώσει, να αναρωτηθεί, μέχρι να «ναρκωθεί για τα καλά στον ύπνο δίχως όνειρα, στον ύπνο της κουρασμένης ανθρωπότητας».

Στη συνάντηση δύο γιων, ενός συνεργάτη των μυστικών υπηρεσιών, από τη μια, και ενός κομμουνιστή, από την άλλη, αναφέρεται «Το ανώφελο της αλήθειας».

Πρόκειται για μια προσπάθεια συγγνώμης και εξιλέωσης που αφορά τους πατεράδες τους∙ δεν φαίνεται να ευδοκιμεί όμως. Και καθώς ο αφηγητής, γιος του κομμουνιστή, βλέπει, σχεδόν με συμπάθεια, τον γιο του πληροφοριοδότη να απομακρύνεται θλιβερός στο πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, σκέπτεται:

«Και ίσως, λέω τώρα, μόνο αυτή η βεβαιότητα για το καλό, η αθεμελίωτη και κλονισμένη, ίσως μόνο αυτή η παράλογη εμπιστοσύνη που έρχεται στον πάτο της καχυποψίας και της σιχασιάς, μόνο αυτή να αξίζει την πίστη ημών των απίστων».

Στο μοναδικής διαύγειας, ολιγοσέλιδο «Ο προφήτης της ουράς», προβάλλουν, χωρίς να προβάλλονται, αξίες ζωής και βιοφιλοσοφίας (στοιχείο οικείο και από το προηγούμενο βιβλίο του Σεβαστάκη), με διάχυτη την αίσθηση απόδοσης δικαιοσύνης.

Ο ξαφνικός θάνατος, από εργατικό ατύχημα του μηχανικού φραγμάτων στο διήγημα «Το όνειρο», μετατρέπει τη ζωντανή παρουσία του πατέρα σε φασματική, ονειρική επικοινωνία με τη δωδεκάχρονη κόρη του, για να τη συμβουλεύει, σαν να βρίσκεται δίπλα της.

Αλλά και στο «Ο άνθρωπος της προβέντζας» έχουμε τον Ιορδάνη, τον αδελφό του σαλεμένου Μαρκήσιου, που μυεί στη φιλοσοφία της καθημερινότητας τον έφηβο αφηγητή. Εδώ ο Σεβαστάκης ξαναθυμάται τον ρεαλιστή παραμυθά εαυτό του και την ποιητική στόφα της γλώσσας του που συνεχίζεται και στο επόμενο, «Η εκκρεμότητα είναι εκκρεμότητα».

Οι καθημερινές μικρές νίκες μπορούν να αποτελέσουν στόχο ανθρώπινης συμπεριφοράς, κρατάμε από το καταληκτικό «Τα αγαθά κόποις κτώνται».

Συνοψίζοντας τα χαρακτηριστικά της γραφής του Σεβαστάκη θα ξεκινούσαμε από τον σφιχτό του λόγο, αισθητά δουλεμένο σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του και θα περνούσαμε στη σπειροειδή αφήγηση, με εμβόλιμες παρεκβάσεις που δεν διασαλεύουν στο ελάχιστο τη συνοχή της.

Θα βλέπαμε κατόπιν ότι επιλέγει τους ήρωές του από διάφορα κοινωνικά και ηλικιακά περιβάλλοντα∙ τους βλέπει με συμπάθεια, σχεδόν τους αγαπά, και κατέχει την τέχνη να τους ενδοσκοπεί, να τους διαβάζει και να αποτυπώνει με ενάργεια τις σκέψεις, τις αισθήσεις και τα συναισθήματά τους, δίνοντας κυρίαρχο ρόλο στη μνήμη και τη χρονική αλληλουχία.

Μία ακόμη σταθερά του είναι οι διακειμενικές αναφορές σε ποικίλους τίτλους βιβλίων∙ συχνά οι ζωές των ηρώων τους μπλέκονται με εκείνες των δικών του πρωταγωνιστών.