Ο φάκελος που άνοιξε η «Εφ.Συν.» για τον «Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία», με τις ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις των Αντώνη Λιάκου και Κώστα Γαβρόγλου, όσο, στη συνέχεια, και με την πολύ χρήσιμη αρθρογραφία άλλων εκπαιδευτικών συναδέλφων, φέρνει στην επικαιρότητα το ιδιαίτερα ακανθώδες και ιδεολογικά φορτισμένο ζήτημα της Παιδείας και της εκπαίδευσης.
Είναι νομίζω προφανές ότι ιδιαίτερα το ζήτημα αυτό είναι άρρηκτα εξαρτημένο από το δεσπόζον, κάθε φορά, κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό και εντέλει επομένως και ιδεολογικό μας μοντέλο και τις επιδιώξεις του.
Το πρώτο και κύριο λοιπόν ερώτημα που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε είναι να διερωτηθούμε για το τι εκ-παίδευση επιδιώκουμε, σε συνάρτηση με το ποια κοινωνία θέλουμε να έχουμε, και ποιες οι δυνατότητές μας να προχωρήσουμε στην υλοποίηση αυτών μας των επιδιώξεων.
Κι εδώ είναι, που υπό τις παρούσες συνθήκες της υποδούλωσης της χώρας στους δανειστές της και της όλο και μεγαλύτερης οικονομικής εξαθλίωσής της, η χάραξη μιας ανεξάρτητης εκπαιδευτικής πολιτικής φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Αλλωστε, και ο παγκοσμιοποιημένος και ομοιογενοποιημένος εκπαιδευτικός χυλός, που διεθνώς προωθείται με την «α λα μπολονέζ» εκπαιδευτική πολιτική, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για σημαντική ανεξαρτησία των εκπαιδευτικών μας επιλογών. Υπό την πίεση των παγκόσμιων αυτών τάσεων ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να αποδειχθούμε, κατά την επιδίωξη των μεταρρυθμιστικών εκπαιδευτικών μας στόχων, βασιλικότεροι του βασιλέως. Και εξηγούμαι.
Στη συνέντευξή του στον Χρήστο Κάτσικα («Εφ.Συν.», 12-01-2016), ο Αντώνης Λιάκος, μεταξύ άλλων σημαντικών όσο και επιμέρους σωστών, κατά την άποψή μου πάντα, θέσεών του (και αυτό που με το «επιμέρους» θέλω να εκφράσω, είναι ο φόβος μου για έναν συνολικότερα λανθασμένο ιδεολογικό προσανατολισμό, στην αναζήτηση του ρεαλιστικού του μοντέλου), αποφαίνεται, κατά έναν ουδέτερο τρόπο και μπερδεύοντας την αιτία με το αποτέλεσμά της, για την εμφάνιση της κρίσης και του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Λέει: «Η κρίση είναι αποτέλεσμα αυτού του γιγαντιαίου κοινωνικού μετασχηματισμού που αλλάζει την τεχνολογία και την παραγωγή, τη ροή ανθρώπων, αντικειμένων, αξιών, πληροφοριών, τον κύκλο ζωής. Συμπυκνωμένος χρόνος αλλαγών. Και οι αλλαγές προκαλούν κρίσεις».
Προηγουμένως αναφέρεται επίσης, σχετικά, στη λανθασμένη, όπως πιστεύει, άποψη του κόσμου, ο οποίος έχει μια «σύλληψη της πολιτικής ως τεχνολογίας της απάτης και εκφράζει μια νοοτροπία καχυποψίας» [παράλογα και αναίτια, θα ρωτούσα εγώ;]. Και στη συνέχεια, αμέσως, σημειώνει, με τον λόγο του να εκβάλει στο προαναφερθέν απόσπασμα: «Η ίδια η αλλαγή του κόσμου αντιμετωπίζεται επίσης φοβικά, σαν τεράστια συνωμοσία. Ομως στο διάστημα της ζωή μας, ο καθένας το έχει βιώσει, μεταβλήθηκαν τα πάντα γύρω μας».
Μίλησα, λοιπόν, για ουδέτερο τρόπο προσέγγισης των κρίσιμων αυτών θεμάτων και εξέφρασα τον φόβο μου για ένα λανθασμένο, στη βάση του, ιδεολογικό προσανατολισμό. Κι αυτό, γιατί, με βάση και τα παραπάνω, η κρίση δεν είναι το αποτέλεσμα του κοινωνικού μετασχηματισμού που αλλάζει την τεχνολογία κ.λπ., όπως διατείνεται ο Λιάκος.
Αντιθέτως, και πέρα βέβαια από τις σύνθετες και αμοιβαίες εξαρτήσεις, η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι αυτή που αποτελεί –στα χέρια των ισχυρών του πλανήτη, των τεχνοκρατών και του παγκόσμιου καπιταλισμού, που κάνει συνεχώς τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους (αυτό δεν νομίζω να είναι καχυποψία, και είναι σίγουρα ανείπωτα άλλα, ωστόσο, έμπρακτα συνωμοτικό)– μία από τις κύριες γενεσιουργούς αιτίες του κοινωνικού μετασχηματισμού και της κρίσης.
Επίσης, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των Παπανδρέου, Παπανούτσου και Λουκή Ακρίτα ήταν μια τεράστιας κοινωνικής σημασίας εκπαιδευτική αλλαγή, που καμία κρίση δεν δημιούργησε, αλλά μάλλον απέτρεψε από το να συμβεί (για να αναφερθώ και στη θέση του Λιάκου ότι οι αλλαγές συνεπάγονται κρίσεις, και ότι αυτό δεν είναι κανόνας, κατά τη γνώμη μου).
Αλλά και πέρα από αυτά, για να τεκμηριώσω ισχυρότερα τους φόβους μου για μια λανθασμένη ιδεολογική βάση και κατεύθυνση των επιδιωκόμενων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, θα ήθελα να προσθέσω και την ακόλουθη επισήμανση.
Απαντώντας, ο Λιάκος, στα πολύ σωστά ερωτήματα που ο ίδιος θέτει, όσον αφορά το γιατί δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί «το πρόβλημα της νέκρωσης του Λυκείου και της φροντιστηριοποίησης της γνώσης», στο αν «το ζήτημα είναι τεχνικό ή ταξικό» και στο «γιατί δεν γίνονται πρωτοσέλιδα οι εξετάσεις στο εξωτερικό», αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Γιατί εκεί ο κοινωνικός διαχωρισμός αρχίζει από πολύ πρώιμη ηλικία, όταν τα παιδιά μπαίνουν σε μια εκπαίδευση διώροφη ή τριώροφη, χωρίς να περιμένουν αυτό να συμβεί στα 18. Εδώ υποτίθεται ότι έως τα 18 δίδονται ευκαιρίες». Συνεχίζει βέβαια αμέσως, αναφέροντας ότι «Σωστό είναι, αλλά το τίμημα είναι η ματαίωση μιας ολόκληρης εκπαιδευτικής βαθμίδας, χωρίς να αποφευχθεί ο διαχωρισμός. Αυτά πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε με τολμηρό ρεαλισμό».
Θα μπορούσα να το αφήσω και ασχολίαστο. Ακόμη και με το «σωστό είναι», αυτός ο «κοινωνικός διαχωρισμός» δεν παραβλέπεται εύκολα. Ειλικρινά, και με όλο τον σεβασμό, είμαι ευτυχής, όπως πιστεύω και εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά στη χώρα μας, που δεν αναγκάστηκα, «κοινωνικά διαχωρισμένος», να υποστώ, με τον χαμηλό τότε μέσο όρο της βαθμολογίας μου, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, τον τολμηρό αυτό, ρεαλιστικό, αλλά άδικο εκπαιδευτικό αποκλεισμό.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
