Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που βλέπουμε -και μάλιστα στη Στέγη- παράσταση «βωβού θεάτρου». Πριν από μερικά χρόνια είχαμε δει τον Hermanis να μεταφέρει τον «ήχο της σιωπής», και μόλις πέρυσι προλάβαμε στην εφηβική (κατ’ ευφημισμόν πλέον, ∙ πρόκειται για εκκολαπτήριο νέων θεατών και νέου θεάτρου) σκηνή της Στέγης την «Αφιξη» της Ζωής Χατζηαντωνίου, επίσης μια παράσταση «χωρίς λόγια».
Οπως και να το κάνουμε, δύσκολα ανακαλύπτει κανείς με την πρώτη πρωτοτυπία στο όλο εγχείρημα: Κι αν έχουμε δει τα τελευταία χρόνια μετασκευές κινηματογραφικών σεναρίων για το θέατρο ∙ κι όσο για αυτό το βωβό τέλος πάντων θέατρο, θέατρο χωρίς φωνή, αυτό πια μου φαίνεται πως είναι τόσο παλιό όσο το ίδιο το θέατρο…
Ωστόσο στην παράσταση της «Μισαλλοδοξίας» της Ιώς Βουλγαράκη τα πράγματα διαφέρουν ως προς την πηγή, την κλίμακα και την πρόθεση. Σαν πηγή αυτή τη φορά προκρίνεται όχι λογοτέχνημα ή επινοημένο διάβημα αλλά η κινηματογραφική, εμβληματική «Μισαλλοδοξία» του Γκρίφιθ, ταινία του 1916.
Είναι η ταινία που θέτει τον κινηματογράφο στη θέση της αυτόνομης, ανεξάρτητης εκφραστικής τέχνης, μιας δυνατότητας που πηγάζει όχι πια από την «τεχνολογία» αλλά από τον άνθρωπο, πίσω και μπροστά, μέσα και έξω από την κάμερα.
Οσοι έχουν δει την ταινία θα ανακαλέσουν αυτόματα δύο πράγματα σε αυτήν: πρώτον ότι είναι μια τεράστια σύνθεση, αληθινά επική σε μέσα και σκοπούς. Η κλίμακα στην οποία δουλεύει ο Γκρίφιθ είναι από μόνη της επιχείρημα καταξίωσης της νέας τέχνης.
Κανείς, πουθενά άλλοτε δεν μπόρεσε να μεταφέρει ένα τόσο μεγάλο έργο σε τόσους πολλούς. Αυτή η κλίμακα άλλωστε ήταν που έκανε τότε –εποχή του βωβού – το θέατρο να αναριγήσει με δέος: τέτοια φοβερά πράγματα, ταξίδια της φαντασίας, τέτοιας κλίμακας συνθέσεις ούτε μπορούσε να φανταστεί η τριών διαστάσεων σκηνή, και ίσως μόνο το μυθιστόρημα μπορούσε να φτάσει στον χώρο της φαντασίας. Το θέατρο μπορούσε μόνο να αντιτάξει το ρίγος του τώρα. Και πάνω σε αυτό έκτισε ένα νέο θέατρο ως απάντηση.
Εδώ όμως, στη «Μισαλλοδοξία» του Αμερικανού κινηματογραφιστή, έχουμε μια γιγαντιαίων διαστάσεων σύνθεση από τέσσερις ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα, και οι οποίες μάλιστα –επίδειξη ιδιοφυΐας και δυνατοτήτων– πλέκονται σε ένα υφαντό με τέσσερα υφάδια: η εποχή της Βαβυλώνας με τη Δίκη του Ιησού, η νύκτα του Αγίου Βαρθολομαίου με μια υπόθεση έρωτα και εγκλήματος στη «σύγχρονη» εποχή.
Η τελευταία είναι κι αυτή που τελικά αναβιώνει στη Στέγη από την όλη ταινία. Ετσι κι αλλιώς ήταν εξαρχής φανερό πως ολόκληρη η σύνθεση δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθεί στο θέατρο –θα ήταν έως και γελοίο. Αν ο Γκρίφιθ θεωρείται «πατέρας» του κινηματογράφου είναι γιατί απέδειξε με τέτοιες ταινίες ότι ο κινηματογράφος μπορεί να απογαλακτιστεί, να αποκολληθεί από το θέατρο και να αναπτύξει τη δική του «φιλμική γλώσσα».
Τα πάντα επομένως είναι τελικά κι εδώ ζήτημα «γλώσσας». Οι ταινίες του βωβού αναπτύσσουν μια τέχνη που δεν χρειάζεται κατά βάθος τον λόγο γιατί είναι εύγλωττες μέσα από τη μεταφορά, τη σύνθεση και την αλληλουχία εικόνων.
Είχαν εξάλλου τη συνεργασία και δύο άλλων άξιων «ομιλητών»: το σώμα των ηθοποιών –εδώ το βοντβίλ εξελίχτηκε σε χορό σημάτων-, και βέβαια την ερμηνευτική συνοδεία της μουσικής, η οποία δεν καπλάντιζε απλώς το φιλμ, -δημιουργούσε μαζί του.
Είναι πλέον προφανές πού βρίσκεται μετά από όλα αυτά το ενδιαφέρον στην απόπειρα της Βουλγαράκη. Αναζητά για τη σκηνή μια τέτοια γλώσσα χωρίς λόγια, εξίσου πολυσήμαντη, δυναμική, ρέουσα και φορτισμένη.
Για ένα αντιδάνειο. Περιέργως το βωβό θέαμα που είδαμε στη Στέγη έρχεται να δέσει και με άλλα ζητήματα του σύγχρονου θεάτρου: Πολλοί, για παράδειγμα, παρατήρησαν ότι αν και χωρίς λόγια το ίδιο, θυμίζει πολύ το λεγόμενο «επικό» θέατρο. Τα καρέ που ερμηνεύουν και περιγράφουν, η όψη που δεν θέλει να κρυφτεί στα παρασκήνια, οι ηθοποιοί και οι τεχνικοί που χωρίς την περιβολή ρόλου εμφανίζονται καταμεσής στη δράση…
Από την άλλη, από την άποψη του μύθου, η υπόθεση είναι καθαρό μελόδραμα –πιο μελόδραμα δεν γίνεται: Ο κακός πλούσιος, η καλή κόρη, ο αδικημένος νέος, το καλό ενάντια στο κακό, η ένταση, κρίση, κλιμάκωση, αποκλιμάκωση, η λύση, το τέλος ευτυχισμένο και η αρμονία να βασιλεύει και πάλι στον κόσμο…
Ομως όπως το αποδίδουν οι ηθοποιοί της «Μισαλλοδοξίας», ένα δίδαγμα πλανάται πάνω από την απλοϊκή αυτή ιστορία. Κανείς εδώ δεν πολυπιστεύει ότι το καλό θα νικήσει ή ότι η ανθρωπότητα θα αλλάξει με μια παράσταση ή με μια ταινία.
Το καλό υπάρχει ως η δική μας ανάγκη να το ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά. Και η ειρωνεία του τελευταίου καρέ (με αυτό το υπεραισιόδοξο εξαγγελτήριο νέας ζωής (που υπάρχει και στην ταινία..), αναπληρώνεται από το υπέροχο πολυφωνικό της ομάδας λίγο πριν. Η ομορφιά λοιπόν θα σώσει τον κόσμο.
Νομίζω ότι η σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή είναι τέτοιας εμβέλειας, ώστε να ανήκει πλέον στην αρμοδιότητα άλλων, περισσότερο ειδικών από εμένα. Πολύ ωραία τα σκηνικά και τα κοστούμια της Αννας Φιοντόροβα. Και ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για την κίνηση της Σταυρούλας Σιάμου (το ότι απέφυγε το κλισέ της εξπρεσιονιστικής διόγκωσης είναι από μόνο του σημαντικό). Εξίσου σπουδαίοι και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.
Μένει ο τελευταίος λόγος για τους ηθοποιούς. Κάποιοι παραδίδουν μάθημα συνολικής, χορικής, σύνθεσης στον ρόλο των «θεουσών»: Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Στέλιος Ιακωβίδης, Σωκράτης Πατσίκας. Ο Αργύρης Ξάφης διαθέτει εκτόπισμα στον διπλό ρόλο του Κακού και του Ληστή είτε στον φανερό, καπιταλιστικό κόσμο είτε και στον πιο αφανή, του εγκλήματος.
Ο Αλέξανδρος Λογοθέτης (στον ρόλο του εραστή) και ο Νίκος Χατζόπουλος (στον ρόλο του πατέρα) κάπως πνίγονται από τη μελοδραματική φύση του ρόλου τους. Πολύ αισθαντική η Ναταλία Τσαλίκη στον ρόλο της μάλλον πλήττουσας μεγαλοαστής, που φέρνει στον κόσμο το κακό με τις πιο αγαθές προθέσεις (ο ρόλος ανήκει σε ένα πολιτικό θέατρο ολκής). Η Δέσποινα Κούρτη παίζει μελόδραμα χωρίς μελοδραματισμό: είναι μια αθώα ψυχή που αποκτά διαστάσεις.
Το ίδιο και η Εύη Σαουλίδου: Ο ρόλος τους είναι δισδιάστατα συμβολικός (η μια είναι η «Αγαπημένη», η άλλη η «Μοναχική»), κι όμως αποκτά όγκο και βάρος.
Κατά βάθος δεν χρειαζόταν να μιλήσει κανείς για τη μισαλλοδοξία: την ξέρουμε πολύ καλά∙ τη ζούμε. Αυτό που επιχειρεί η παράσταση είναι ίσως τελικά κάτι άλλο. Υπενθυμίζει πως την έχουμε δει.
