Με αισιοδοξία οπλίζουν το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης η αναβάθμιση-έκπληξη της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τη Standard & Poor’s αλλά και οι ενθαρρυντικές δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι από το Νταβός.
Σε μια περίοδο που οι πιέσεις τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και το εξωτερικό πολλαπλασιάζονται, ο πρόεδρος της ΕΚΤ έδωσε φτερά στη νεαρή κυβέρνηση της Αθήνας, εκφράζοντας από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ τη βεβαιότητά του για συμφωνία με τους πιστωτές και για μια γρήγορη, επιτυχημένη ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.
Ανάλογη αίσθηση προκάλεσε και η Standard & Poor’s, η οποία σε μια κίνηση-έκπληξη αναβάθμισε την περασμένη Παρασκευή το βράδυ την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας και προέβλεψε ότι ώς τα τέλη Μαρτίου θα έχουν υλοποιηθεί οι όροι της αξιολόγησης, ανοίγοντας τον δρόμο για την ελάφρυνση του χρέους.
Από «CCC+» σε «B-»
Ο διεθνής οίκος αναβάθμισε συγκεκριμένα τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας από «CCC+» σε «B-» και τις προοπτικές (outlook) σε σταθερές, επισημαίνοντας τη μεγάλη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία παρά τα πολλαπλά σοκ στη διάρκεια του 2015 (δύο γενικές εκλογές, δημοψήφισμα, νέες αυξήσεις φόρων) κατάφερε να περιορίσει την ύφεσή της μόλις στο -0,3%. Η S&P προέβλεψε ότι η ανάπτυξη φέτος θα είναι μηδενική, ενώ το 2017 θα αυξηθεί ραγδαία προσεγγίζοντας το 3%.
Εκτιμά ακόμη ότι η άνοδος της ανεργίας άγγιξε οριστικά το peak της (το ανώτατό της σημείο) πέρυσι και ότι από εδώ και πέρα θα υποχωρεί σταδιακά. Το βασικό σενάριο του οίκου παραμένει ότι, ανεξαρτήτως κυβέρνησης, η Ελλάδα θα συμμορφωθεί με τους όρους του προγράμματος στήριξης, καθώς δεν υπάρχει εναλλακτική για τη βιωσιμότητα της χρηματοπιστωτικής της σταθερότητας και το τραπεζικό της σύστημα συνεχίζει να εξαρτάται από το Ευρωσύστημα.
Ακόμη εκτιμά ότι ώς το τέλος Μαρτίου θα επέλθει συμβιβασμός για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, ο οποίος θα οδηγήσει στην επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος. Ο οίκος θεωρεί ότι οιαδήποτε αναδιαμόρφωση του ελληνικού χρέους θα λάβει μορφή διαφοροποίησης των επιτοκίων και επέκτασης της ωρίμανσής του.
Θεωρεί ότι η πρόσβαση στις αγορές είναι ακόμη χαμηλή λόγω της υψηλής σχέσης χρέους-ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η γρήγορη μείωση του ελληνικού χρέους θα εξαρτηθεί τελικά από το αν η οικονομία θα ανακάμψει γρήγορα τόσο σε πραγματικούς όσο και σε ονομαστικούς όρους.
