Επανέρχομαι στη Στέγη -στη μικρή Σκηνή αυτή τη φορά- προκειμένου να παροτρύνω όσους μπορούν να δουν την «Καθαρή πόλη» των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη. Είναι μία από τις πιο ζωντανές και ουσιώδεις δουλειές τους -είμαι μάλιστα της άποψης ότι πρόκειται πιθανόν για την καλύτερη δουλειά τους στον χώρο του «θεάτρου της πραγματικότητας».
Κι από την άλλη, η απόπειρά τους να ανεβάσουν στη σκηνή πέντε εργαζόμενες γυναίκες μετανάστριες είναι η καλύτερη αφορμή για να κατανοήσουμε από τη μεριά μας τουλάχιστον δύο πράγματα: Πρώτον, πως η απόσταση που μας χωρίζει από τις «άλλες», τις «καθαρίστριες», είναι πολύ μικρή, μικρότερη από όσο νομίζουμε, τόσο μικρή ώστε να αντιστρέφεται: αν δεν κάνω λάθος στον «Τηλέμαχο», την προηγούμενη δουλειά του Τσινικόρη, είχαμε μια Ελληνίδα αρχιτεκτόνισσα που δούλευε ως οικιακή βοηθός στη Γερμανία.
Ποια είναι λοιπόν η απόστασή της από τη Φιλιππινέζα πρώην αρχιτεκτόνισσα και νυν καθαρίστρια στην «Καθαρή πόλη»;
Δυστυχώς είναι αλήθεια πως οι γυναίκες αυτές θα έπρεπε να έχουν ανεβεί στη σκηνή μας πριν από είκοσι χρόνια. Τώρα πια συμβαίνει το εξής: όχι μόνο έχουμε κατά κάποιον τρόπο συμφιλιωθεί με την ιδέα του ξένου μετανάστη, αλλά μας απασχολεί η περίπτωσή του κι από την ανάποδη: τώρα πια δεν φοβόμαστε μη «λερωθούμε από δαύτους», φοβόμαστε μην τυχόν και γίνουμε «σαν κι αυτούς».

Το άλλο που μας αφορά έχει να κάνει με το ίδιο το θέατρο-ντοκιμαντέρ: συγκεκριμένα μας επιβεβαιώνει ότι πράγματι μπορεί να γίνει αληθινά διασκεδαστικό, σκηνικά ενδιαφέρον, δημιουργικό.
Εχει τη δύναμη να μας κάνει να διαβούμε τις θαυμαστές εκείνες ώρες θεάτρου όπου νιώθουμε ότι βιώνουμε κάτι πρωτογενές, ένα αίσθημα αληθινού ενδιαφέροντος για τον απέναντι, μια κατανόηση που επιστρέφει σε εμάς πλούσια και καθαρτική.
Γιατί η αλήθεια είναι πως ο κίνδυνος με τέτοιες απόπειρες είναι να μετατραπούν υπογείως σε ένα είδος επίσκεψης στον «κοινωνιολογικό κήπο», με ζωντανά εκθέματα του ταξικού βασιλείου, όπου απολαμβάνουμε να βλέπουμε πως διεγείρουν την προοδευτική ευαισθησία μας. Το ζητούμενο δεν είναι να παρουσιάσεις μόνο «μετανάστες», «αδικημένους» ή ό,τι άλλο. Πρέπει να δείξεις ανθρώπους.
Και, πράγματι, αυτό που ανατρέπει τα πάντα στη Στέγη είναι ο άνθρωπος. Οι πέντε αξιολάτρευτες κυρίες από διάφορα μέρη (Mabel Mosana, Rositsa Pandalieva, Fredalyn Resurreccion, Drita Shehi και Valentina Ursache), αφού ως περιπτώσεις μας έδωσαν παλιότερα το αίσθημα της εθνικής ανωτερότητας αλλά και της ιστορικής δικαίωσης του δρόμου προς τη Δύση που ακολουθήσαμε, αναλαμβάνουν τώρα από τη Συγγρού να καθαρίσουν εσωτερικά τις βεβαιότητές μας.
Το πρώτο στερεότυπο που καταλύουν είναι πως οι ίδιες δεν μοιάζουν από κοντά και τόσο με «καθαρίστριες». Οχι μόνο γιατί οι περισσότερες έχουν ευρεία μόρφωση και πτυχία. Αλλά γιατί απροσδόκητα δείχνουν ότι διαθέτουν αυτοεκτίμηση. Επιδεικνύουν καλλιέργεια και εξυπνάδα.
Και το κυριότερο: εκπροσωπούν τη δύναμη του αντιπαραδείγματος ενάντια στην ισοπέδωση της ομοιότητας: Η καθεμιά τους έρχεται από αλλού, χειρίζεται άλλο κοινωνικό λεξιλόγιο, διαθέτει διαφορετικές εμπειρίες και άλλα όνειρα.
Μόχθος και αγάπη
Τι είναι λοιπόν αυτό που τις ενώνει; Φαντάζομαι πρώτα από όλα ότι είναι «γυναίκες». Εκπροσωπούν το φύλο που κράτησε όρθια οικογένειες και έθνη, θυσιαζόμενες στον βωμό της επιβίωσης των αγαπημένων τους. Είναι όλες φορείς μιας μαρτυρικής ζωής, που εδράζεται στον μόχθο και στην αγάπη.
Επειτα είναι όλες ταξικά ισοδύναμες, είναι άνθρωποι του μόχθου και της ανασφάλειας. Και είναι τέλος, μετά από όλα, ξένες καθαρίστριες. Φέρουν τον ρόλο μιας «ράτσας» που, αν το καλοσκεφτούμε, αντιμετωπίζεται από πολλούς ως «ανέγγιχτη». Τι κι αν καθαρίζει τα σπίτια μας, αν προσέχει τα παιδιά κι αλλάζει τους γέρους μας; -μυστηριωδώς η ίδια θεωρείται πάντα «βρόμικη»: μολύνει όποιον την πλησιάσει.
Για εμάς τους Ελληνες, τους καθαρούς των Βαλκανίων, το να γίνει μία μετανάστρια καθαρίστρια ήταν όχι μόνο κάτι αναμενόμενο, αλλά και κάτι προφανές. Η εργασία της ταίριαζε στη «ράτσα». Και δεν είναι αυτό μόνο βέβαια ντόπια προκατάληψη: Ακούστε πώς η Αφρικανή καθαρίστρια περιγράφει την έκπληξή της όταν είδε στην πρώτη της επίσκεψη στην Αθήνα λευκούς να καθαρίζουν τους δρόμους!
Υπάρχει κάτι ακόμη που δένει αυτές τις γυναίκες. Είναι η φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ τους εξαιτίας, και στη διάρκεια, της «Καθαρής πόλης». Λίγοι θα τη σκεφτούν, λιγότεροι θα την αξιολογήσουν. Κι όμως.
Το θέατρο πριν από όλα λειτουργεί εδώ για τις ίδιες: είναι τόπος επικοινωνίας και συσπείρωσης, συνάντησης και αλληλεγγύης. Ας μη γελιόμαστε: εύλογο είναι πως τα ίδια στερεότυπα υπήρχαν κάποτε και μεταξύ τους.
Αυτό που η παράσταση μαθαίνει πρώτα σ’ αυτές, και έπειτα σε εμάς, είναι πως οι άνθρωποι δημιουργούνται από την ανάγκη και το πρόσωπό τους σχηματίζεται στον αγώνα τους. Οσο βλέπαμε τις γυναίκες σαν καθαρίστριες, και όσο βλέπουν έτσι τον εαυτό τους, τίποτα άλλο δεν μπορεί να συμβεί παρά ένας κόσμος χωρισμένος σε λίγους καθαρούς και περισσότερους βρόμικους.
Γλέντι με Καρρά
Και πώς αυτό γίνεται κατανοητό; Μα… παίζοντας! Υπάρχει και εδώ έρευνα, δουλειά στα παρασκήνια, δούλεμα με τους «ειδικούς» κ.λπ. Αλλά υπάρχει μαζί και καλή διάθεση, διάχυτο κέφι και χιούμορ. Οι πέντε κυρίες είναι σπουδαίες -έχουν τα σπάνιο ταλέντο να παραμένουν επί σκηνής αυτές οι ίδιες.
Από εκεί και πέρα δεν αφήνουν τίποτα όρθιο: ξεκινούν από τη ζωή και την πολιτεία τους, τις εμπειρίες τους. Και ξεχύνονται στα βάσανά τους, προβαίνουν σε σχόλια για τη στάση μας, αποκαλύπτουν το πώς μας βλέπουν, μιλούν ακόμα και για τη σημερινή κυβέρνηση! Το περίεργο είναι πως μετά από λίγο τις ακούμε.
Εννοώ, αληθινά τις ακούμε. Εχουμε την πεποίθηση ότι μιλάει κάποιος δικός μας, κάποιος που μας γνωρίζει καλά και από τα μέσα. Και που είναι σοφότερος από εμάς. Στην παράσταση υπάρχει συγκίνηση, τρυφερότητα, ανθρωπιά. Μαζί με το απαραίτητο γλέντι.
Τουλάχιστον αυτό το τελευταίο δεν κρύβεται. Το φινάλε της παράστασης είναι αληθινά απολαυστικό, όταν στο τέλος όλοι ξεδίνουν με ένα τραγούδι του Καρρά (του Βασίλη, βεβαίως).
Ας το δεχτούμε κι αυτό: η λαϊκή συνείδηση είναι παντοδύναμη και ενιαία. Ο,τι δεν κατάφερε η επίσημη πολιτεία και το θέατρό μας, το κατάφερε φαίνεται ο Βασιλάρας: έδωσε στον αναστεναγμό των μεταναστών ελληνική ιθαγένεια.
