Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρ’ ότι οι 10 Συμφωνίες του Γκούσταβ Μάλερ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ρεπερτορίου κάθε επαγγελματικής συμφωνικής ορχήστρας διεθνώς, η σχέση της ΚΟΑ μαζί τους παραμένει διαλείπουσα και ατελής. Στις 20/11, κατά την τελευταία κανονική συναυλία μέσα στο 2015, ο ταλαντούχος Σλοβάκος αρχιμουσικός Γιούραϊ Βαλτσουχά διηύθυνε το αθηναϊκό σύνολο στη «Συμφωνία αρ.9». Οδήγησε τους Ελληνες μουσικούς με πυγμή, αυτοπεποίθηση αλλά και συναίσθηση για το τι μπορούσε ν’ αντλήσει απ’ αυτούς.

Οι εντυπώσεις ήσαν καλές αλλά τοπικά άνισες. Η ανάγνωση ποίκιλλε από μέρος σε μέρος, ανάλογα με το κυρίαρχο στίγμα της ενορχήστρωσης και την πυκνότητα δράσης στην πολυεπίπεδη μουσική δραματουργία. Απ’ αρχής μέχρι τέλους πολύ καλές ήσαν οι δεσπόζουσες, σημειακές ή κατά ομάδες συνεισφορές των ξύλινων και χάλκινων πνευστών, στα οποία ο συνθέτης συχνά αναθέτει κυρίαρχο ρόλο. Επίσης, γενικώς ελεύθερο λαθών ή ανακριβειών ήταν το παίξιμο του εντυπωσιακά τεράστιου σώματος των εγχόρδων.

Ο Βαλτσουχά διηύθυνε το μακρύ, εναρκτήριο Andante comodo με σταθερό, αργό, πένθιμο βηματισμό, εντάσσοντας στο πλαίσιό αυτή την ολοκληρωμένη διατύπωση κάθε επιμέρους μουσικού επεισοδίου δίχως να διασπάται η αίσθηση της ενιαίας συνολικής ροής.

Στα δύο γρήγορα, ενδιάμεσα μέρη –το λαϊκότροπο Ländler και το δυσοίωνο Rondo-Burlesque- η μουσική αφήγηση οργανώνεται σύνθετα, μέσα από συνεχείς μετατοπίσεις ή/και παράλληλες ροές σε διαφορετικά υποσύνολα πνευστών και εγχόρδων, χτίζοντας συσσωρευτικά ακραίες εκφραστικές παραμορφώσεις. Αμφότερα δόθηκαν γενικόλογα, με ισχνή συνοχή και, κυρίως, ανεπαρκή ανάδειξη του επιθετικά εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα της μουσικής.

Στο εκτενές, καταληκτικό Adagio, που ο Μάλερ ξετυλίγει ως σπαρακτικό, εκ βαθέων παράπονο για το πρόωρα επερχόμενο τέλος της ζωής του, κυριάρχησε το καλά εστιασμένο παίξιμο των εγχόρδων από το οποίο, όμως, έλειπε η απαραίτητη άκρα ευγένεια έκφρασης, κάτι που γινόταν αισθητό στη λεπτομέρεια του φινιρίσματος της φραστικής.

Επειδή είναι ουσιώδες η μουσική να ακούγεται «ζωντανά», θα πούμε ότι, έστω και με ατέλειες, η εμπειρία της ακρόασης ήταν ασυζητητί θετική. Αν κατά την τελευταία 25ετία, στο πλαίσιο μιας πραγματιστικής, συνεπούς, αληθινά εθνικής πολιτιστικής πολιτικής, είχε επιτραπεί στην ΚΟΑ να έχει συνεχώς επικεφαλής της πραγματικά άξιους, σφαιρικά ολοκληρωμένους καλλιτεχνικούς διευθυντές (Ελληνες, είτε ξένους), αυτή θα είχε προοδεύσει πολύ περισσότερο.

Ο στραγγαλιστικός εναγκαλισμός του πολιτισμού από πολιτική, ιδεολογία και μικροπολιτική το εμποδίζουν. Και, δυστυχώς, καθώς λέει ο ποιητής, «…δεν υπάρχει τίποτε που να μην το έχουμε συνηθίσει».