Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ανεξίτηλο σημάδι

Εισαγωγικό: Γιώργος Πετρόπουλος

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις ΠΕΔΙΟ το νέο βιβλίο της Νίτσας Λουλέ «Αξιζε…». Η Νίτσα Λουλέ είναι η κόρη του Κώστα και της Μαρίας Λουλέ, δύο κομμουνιστών που αφιέρωσαν όλη τη ζωή τους στο κομμουνιστικό, εργατικό και λαϊκό κίνημα της χώρας.

Ο Κώστας Λουλές, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, διετέλεσε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και του Π.Γ. την περίοδο της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης.

Αγώνες, αγωνίες και τραύματα

Επίσης ήταν ο στενότερος συνεργάτης του Χαρίλαου Φλωράκη στην ανασυγκρότηση του ΚΚΕ από τον Δεκέμβριο του 1972 και μετά, όταν εκείνος ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος.

Το βιβλίο της Νίτσας Λουλέ είναι βιωματικό. Και ταυτόχρονα ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο.

Μέσα σ’ αυτό δημοσιεύονται τα γράμματα που αντάλλασσαν μεταξύ τους τα μέλη της οικογένειας Λουλέ στα πέτρινα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς, των φυλακών και της εξορίας την περίοδο του μετεμφυλιακού καθεστώτος που αλλού ήταν η μάνα, αλλού ο πατέρας κι αλλού τα παιδιά.

Πρόκειται για ένα δράμα που το έζησαν χιλιάδες οικογένειες και παιδιά αγωνιστών. Ενα δράμα που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του σε όλους. Στα παιδιά ήταν ανείπωτα μεγαλύτερο και φυσικά αξεπέραστο.

Στις 360 σελίδες του βιβλίου δημοσιεύονται γράμματα που ξεκινούν από τον Εμφύλιο ώς το τέλος σχεδόν της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τα οποία συνοδεύονται με σκέψεις, αναμνήσεις, ακόμα και με πολιτικές απόψεις της συγγραφέως.

Με τις τελευταίες μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει, αλλά το σύνολο του υλικού είναι πολυτιμότατο τόσο για τον απλό αναγνώστη όσο και για τον ιστορικό επιστήμονα.

Είναι ένα παράδειγμα και μια στάση ζωής για εκείνον που θα ήθελε να διάγει τον βίο του «Ορθοστατών κι Ορθοβαδίζων», σύμφωνα με την περίφημη φράση του Κώστα Λουλέ που του είχε γίνει τρόπος ζωής.

Είναι ένα μάθημα για όλους, ανεξαρτήτως του όποιου δρόμου αποφασίσουν να βαδίσουν.

Αγώνες, αγωνίες και τραύματα

Είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τον επιστήμονα που θα ήθελε να μελετήσει τις «παράπλευρες απώλειες» του Εμφυλίου και των διωγμών σε βάρος του κομμουνιστικού κινήματος, της Αριστεράς και των προοδευτικών ανθρώπων.

Απώλειες ίσως πιο επώδυνες και πιο βαριές από τους θανάτους στα πεδία των μαχών, από τις πληγές στα βασανιστήρια.

Απώλειες που ήταν μόνιμες και καθημερινές στην ψυχή των ανθρώπων. Μια ρέουσα πληγή που τυραννούσε διαρκώς και δεν έκλεινε παρά μόνο με τον βιολογικό θάνατο.

Χωρίς αμφιβολία το βιβλίο της Νίτσας Λουλέ είναι μια μεγάλη προσφορά στους κομμουνιστές, στην Αριστερά, στον ελληνικό λαό.

Αναντικατάστατο για την αυτογνωσία μας ως λαού για την ιστορική μας συνείδηση. Πηγή μοναδικού φρονηματισμού.

Ο τίτλος του βιβλίου, όπως αναφέραμε στην αρχή, είναι μια λέξη: «Αξιζε…». Τα αποσιωπητικά δεν γνωρίζουμε αν υποκρύπτουν αμφιβολία, αμηχανία ή αν παραπέμπουν στην εξήγηση μιας βεβαιωμένης αξίας.

Η συγγραφέας στον πρόλογό της λέει πως πολλές φορές αναρωτήθηκε αν άξιζε όλο αυτό που έζησαν η ίδια, ο αδελφός της και οι γονείς της. Αφήνει εμας να κρίνουμε.

Αγώνες, αγωνίες και τραύματα

Αναμφίβολα τόσος πόνος δεν άξιζε και δεν αξίζει για κανέναν άνθρωπο. Πολύ περισσότερο για τα παιδιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος δρόμος.

Το μετεμφυλιακό καθεστώς δεν είχε αφήσει άλλη επιλογή στους αγωνιστές. Συνεπώς άξιζε. Γιατί χωρίς θυσίες ο κόσμος δεν γίνεται καλύτερος και οι νεότερες γενιές δεν θα ζήσουν ποτέ σε έναν καλύτερο κόσμο.

Πλήρωσαν και πληρώνουν κάποιοι γι’ αυτό; Πολύ ακριβά μάλιστα. Μακάρι να μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Αγώνες, αγωνίες και τραύματα

Πόσο μπορεί μια οικογένεια να συχνωτιστεί μέσα σ’ έναν χρόνο; Πώς να μάθει σε 12 μήνες τα χούγια του άλλου, όταν έχει περάσει 18 χρόνια χώρια; Με απόλυτη ειλικρίνεια, ΚΑΘΟΛΟΥ. Μια μάνα που βολόδερνε μέσα και έξω από τη φυλακή να κρατήσει ζωντανή τη σχέση με τον άντρα της. Να προστατέψει τα παιδιά της από νέες περιπέτειες. Να σταθεί στη μεγάλη και ανήμπορη πια μητέρα της. Και μέσα σε όλα να διατηρήσει, με τα όποια αρνητικά, την αγάπη της σ’ αυτό που πίστεψε.

Ενας πατέρας απών. Απών από όλες τις δραστηριότητες της οικογένειας, που, για να δείχνει παρών, προσπαθούσε μέσα από τα γράμματα να περάσει, συχνά επίμονα, τη δική του άποψη. Που απαιτούσε από τα παιδιά του να είναι πρώτα παντού, να είναι και να φαίνονται τίμια, «η γυναίκα του Καίσαρα….» Πόσο τη μισούσα… Να είναι καλοί μαθητές, να ακούν τους μεγάλους, να μην κάνουν ορθογραφικά λάθη, να μην κάνουν αταξίες. Και, όταν μεγάλωσαν, να ζευγαρώσουν με παιδιά του κόμματος, να δουλεύουν σε περιβάλλοντα «δικά μας», να τελειώσουν γρήγορα τις σπουδές τους, να γίνουν καλοί άνθρωποι. Ενας πατέρας που συχνά ξεχνούσε τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας και ζητούσε υλικά για να φτιάξουν οι σύντροφοί του στη φυλακή χειροτεχνίες… «Μαμά, γιατί δεν του λες ότι δεν έχουμε, και όλο τρέχεις και ψάχνεις στην αγορά για ψαθάκια και κλωστές;» «Τι να κάνουμε, βρε Δημητράκη, πρέπει να ασχοληθούν με κάτι για να περνάει η ώρα τους». Ενας πατέρας που πάνω απ’ όλα είχε το κόμμα και αν ακόμη έβλεπε συντροφικά λάθη, δεν τα μολογούσε. Ηταν όμως ο πατέρας μας και τον αγαπούσαμε.

Βέβαια σε όλα κάναμε τα αντίθετα. Ούτε πρώτοι μαθητές ούτε ήσυχα παιδιά ήμασταν. Ούτε ζευγαρώσαμε με παιδιά του κόμματος. Και των δύο οι πρώτοι μας έρωτες ήταν με άτομα από το αντίθετο στρατόπεδο. Ετυχε; Και οι σπουδές άργησαν ή δεν τέλειωσαν ποτέ. Και ορθογραφικά και άλλα λάθη κάναμε. Οπως συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε οικογένεια. Και ο μικρός, αντί για μαθηματικός όπως ήθελε ο πατέρας, έγινε ιστορικός. Και η κόρη, αντί για δικηγορίνα, …«δεξιός κατ’ εκείνον κονδυλοφόρος», όταν σταμάτησα να εργάζομαι σε κομματικές εφημερίδες.

Αλλά δεν είναι μόνο το χνώτισμα που δεν μας έκατσε το ’66. Ηρθε και η δικτατορία που διέλυσε και πάλι την οικογένεια. Στον χρόνο επάνω. Και ξανά φυλακές και εξορίες και δέματα και επισκεπτήρια και παρακάλια για μια μεταγωγή σε νοσοκομείο, και φυσικά γράμματα. Ατέλειωτα γράμματα που πήραν θέση δίπλα στα άλλα και έγιναν ακόμα πιο πολλά. Και οι χωροφύλακες που τα λογόκριναν και μάθαιναν από πρώτο χέρι όλα τα οικογενειακά μας. Α, ναι και οι ευχές. «Του χρόνου μαζί», «θα περάσει κι αυτό», «Να μας ζήσει το εγγόνι» κ.ά.

Γιούρα, Λέρος, Αλικαρνασσός. Μέρη που δεν θα γνωρίζαμε ίσως ποτέ τα επισκεφθήκαμε ξανά και ξανά κάτω από τις χειρότερες συνθήκες. Και Ωρωπός και ξανά Αβέρωφ και ξανά νοσοκομείο Αγιος Παύλος για να μην… ξεχνιόμαστε.

Ολα τα μάθαινε καθυστερημένα

Πολυαγαπημένα μου παιδάκια, Νίτσα και Δημητράκη

Σας γράφω εγώ, ο μπαμπάς σας. Εμαθα, Νίτσα, πως πας σχολείο και λογαριάζω πως θα ’μαθες κιόλας να διαβάζεις. Σας γράφω λοιπόν αυτό το γράμμα για να σας πω πως σας αγαπώ πολύ και σας φιλώ και τα δύο στα ματάκια σας πολλές πολλές φορές.

Να αγαπάτε πολύ και να ακούτε τη μαμά και τη γιαγιά σας. Θα περιμένω ένα γραμματάκι από τα χεράκια σου, Νιτσάκι.

Σας φιλώ και πάλι γλυκά, ο μπαμπάς σας».

Ολα τα μάθαινε καθυστερημένα. Το σχολείο, τη βάφτιση του μικρού, τις αρρώστιες. Κι όταν έφθανε το γράμμα με τα συγχαρίκια ή τη στεναχώρια, το θέμα είχε πια για μας ξεχαστεί και δεν μας έκανε καμιά εντύπωση η όποια αντίδρασή του.

Το πρώτο γράμμα…

Πολυαγαπημένα μου παιδιά

Πήρα το γραμματάκι σου, Νίτσα, και σ’ ευχαριστώ πολύ πολύ για τη χαρά που μου έδωσες με τα γλυκά σου λογάκια. Σε συγχαίρω και σου στέλνω πολλά φιλάκια για το άριστα που πήρες. Εύχομαι έτσι να είσαι πάντα. Σε σένα, Δημητράκη, σου στέλνω καθυστερημένα τις ευχές μου για τα γενέθλιά σου τον περασμένο μήνα. Να μεγαλώσεις, να γίνεις καλός άνθρωπος. Να ‘στε και τα δυο σας καλά παιδιά, να ακούτε τις γιαγιές σας. Και να αγαπάτε όλους γύρω σας. Να μην τσακώνεστε μεταξύ σας. Να ‘στε αγαπημένα.

Στεναχωρήθηκα, Νιτσάκι, που χτύπησες το φρύδι σου. Η δασκάλα είπε στη μαμά ότι δεν είσαι φρόνιμη. Γιατί; Τώρα μεγάλωσες, όπως και η ίδια λες, και πρέπει να μην κάνεις αταξίες. Ούτε να τρέχεις σαν αγόρι στο διάλειμμα. Περιμένω να μου στείλεις και άλλο γράμμα και να έχεις μέσα και δυο λόγια από τον Δημητράκη, μια και ο ίδιος δεν ξέρει ακόμη να γράφει. Σας φιλώ και τα δύο πολλές φορές στα ματάκια σας, ο μπαμπάς σας,

Το πρώτο γράμμα μου στον πατέρα στάλθηκε σ’ όλους τους συγγενείς να το διαβάσουν, όπως γινόταν και με τις φωτογραφίες. Είχαν βρει αυτό τον τρόπο να επικοινωνούν και να μαθαίνουν έτσι να νέα της κάθε οικογένειας. Οταν κάποτε έσμιξαν τα ξαδέλφια, γνώριζαν τα πάντα ο ένας για τον άλλο σαν να ζούσαν μαζί. Δεν κατάφεραν όμως, εκτός από μια-δυο εξαιρέσεις, να γίνουν φίλοι και να συνεχίσουν αυτή τη ζεστή σχέση που οι γονείς θέλησαν να χτίσουν, αλλά που αποδείχτηκε πλασματική.

Γράμματα από τον Ωρωπό

7.2.71, Ωρωπός

Καλή μου

Πέρασε ένα εξάωρο από την ώρα που έφυγες. Πρώτη φορά στη νέα μου φυλακή. Λιγότερο επισκεπτήριο από παλιά και μπάστακα πάνω από το κεφάλι μας. Εχω ακόμη μπροστά μου τον τελευταίο σου χαιρετισμό σαν χάθηκες από το σπίτι του δρόμου που σ’ έκρυψε. Και σε παρακολουθούσα νοερά ως το απόγευμα που σιγουρεύτηκα ότι έφτασες στην Αθήνα. Και ξέρω ότι θα περιμένεις να πάρεις με λαχτάρα το δελτάριό μου, όπως κι εγώ το δικό σου. Μόνο όποιος το ζει καταλαβαίνει την αξία αυτού του μικρού κίτρινου χαρτιού…

18.2.71 Ωρωπός

Μαριώ μου, Δημήτρη μου

Από πού ν’ αρχίσω τώρα. Τι να πρωτογράψω σε ένα δελτάριο. Και μάλιστα γράφοντας σε γυναίκα και γιο μαζί; Να πω πρώτα για τη χαρά μου; Τη μεγάλη μου χαρά που σας είδα έστω κι από μακριά; Για λίγα δευτερόλεπτα; Πόσο με ξαφνιάσατε. Φυσικά είχες πει, Μαριώ, πως θα πεταγόσουν καμιά μέρα και χωρίς άδεια. Μα δεν περίμενα καθημερινή. Ελεγα «μπορεί να έρθει την Κυριακή». Και μπορεί να πάρει και τον Δημήτρη. Και να!

Ημασταν στο εστιατόριο. Εχω υπηρεσία σήμερα και ετοίμαζα στην παρέα μου το «τραπέζι». Εκείνη την ώρα ήρθαν και μας μοίρασαν τα γράμματα. Μόλις μου είχαν δώσει το δικό σου, Μαριώ. Δεν πρόλαβα να το ανοίξω και μπαίνει μέσα ο Βέργος κρατώντας τις τσάντες με τα πράγματα που μου φέρατε. «Λουλέ, ήρθε η γυναίκα σου». Τρέχω προς την πόρτα από όπου μπαίνουμε στο προαύλιο, μπας και σας δω στην είσοδο και σας χαιρετήσω. Δεν είδα κανέναν σας.

Γυρίζω στο θάλαμο να σας γράψω ένα σημειωματάκι, να το βάλω μαζί με τα κατσαρόλια, αφού μου είπαν πως περίμενες έξω να τα πάρεις. Οπότε ακούω τον Χαρίλαο από την άλλη μεριά να φωνάζει: «Τρέξε, βγες στο παράθυρο». Και… ίσα που αλλάξαμε ένα χαιρετισμό με το χέρι κι άλλον ένα σαν γύρισα και σας έφερα τα κατσαρόλια. Κι αυτό με την απαγόρευση του φρουρού που σας έλεγε «φύγετε, φύγετε». Στα κλεφτά! Κι ύστερα στην προβλήτα ν’ ανεμίζουμε, εσείς από εκεί κι εγώ από δω μέσα, από τα σύρματα, τα μαντίλια μας.

Κίνησα κι έφυγα πρώτος. Για να φύγετε κι εσείς. Γιατί ήξερα, καλή μου, πως όσο καθόμουν, θα καθόσασταν κι εσείς. Μέσα στο φλεβαριάτικο κρύο. Μ’ έπιασε πίκρα. Για να μην πω οργή! Εβλεπα ότι σας έτρωγε το αγιάζι και είπα: «Μην τους ταλαιπωρείς, Κώστα, άλλο». Μετά αποφάγαμε. Ο Θεός να το κάνει φαΐ. Κόμπος είχε γίνει το στομάχι.

Ευχάριστο, Δημήτρη μου, που τέλειωσες τις προκαταρκτικές εξετάσεις. Σου εύχομαι ολόψυχα επιτυχία και με το καλό το πτυχίο. Κοίταξε να πάρεις άδεια για την ερχόμενη Κυριακή. Πες τους πως έχουμε να ιδωθούμε από τον περασμένο Μάιο, από τη Λέρο. Σκεφθήκατε, λες, Μαριώ, να ντύσετε μασκαράδες τα μικρά και να τα φέρετε με τη Νίτσα. Μα όσο κι αν το θέλω να τα δω έστω κι από μακριά, δε σας αφήνω. Τόσος κόπος; Θα τα ταλαιπωρήσετε. Στείλτε μου φωτογραφίες. Το πολύ πολύ, αν ο καιρός είναι καλός, ας φέρει ο Δημήτρης τον Γιωργάκη, με άδεια όμως.

24.2.70, Ωρωπός

Δεν είναι πως δεν σου έγραψα, Μαριώ μου. Δύο δελτάρια κι ένα γράμμα σε είκοσι μέρες. «Σκάλωσαν;» «Σκόνταψαν;» Μήπως δεν έρθουν καθόλου;

Δε θα ’ναι πρώτη φορά. Και τι δεν είδαν τα μάτια μας τούτα τα χρόνια. Μαθημένα τα βουνά! Οχι, καλή μου. Δεν κρύωνα κι έφυγα πρώτος από τη χαιρετούρα μας. Οπως σου είπα και πάλι, το έκανα για σας. Για να μην κάθεστε στην προβλήτα μέσα στο αγιάζι. Για σας το έκανα.

Ευχαριστούμε τη Ρούλα για τα χαιρετίσματά της. Και αν της γράψεις, δώσε και τα δικά μας. Να περιμένει κάρτα από όλους μας. Εγώ της έγραψα από τη Σωτηρία όταν ήμουν, κι έχω και την απόδειξη του ταχυδρομείου γιατί το έστειλα συστημένο. Ο Γιώργης κι ο Χαρίλαος πήραν τα δωράκια της.

Με στεναχώρησαν όσα γράφεις για το σπίτι της Λάρισας. Και βέβαια να πας. Θα χρειαστούν κάποια χρήματα για να το συνεφέρεις, μα κανείς δε θα το νοικιάσει άβαφο. Σκέπτομαι τις δυσκολίες σου και γι’ άλλη μια φορά λυπάμαι που δεν είμαι κοντά να σε βοηθήσω.

1 Απρίλιου 1970, Ωρωπός

Μαριώ μου

Τόση ατυχία πια! Πριν λίγες ώρες με φώναξαν να πάρω τα πράγματα που μου έφερες. Ετρεξα να σε προλάβω, να σε δω στην είσοδο. Εμεινα δέκα λεπτά. Είχες φύγει. Αργησαν να με ειδοποιήσουν. Στις δυόμισι το μεσημέρι. Μαντεύεις τη λύπη μου που δε σε είδα ούτε από μακριά. Κι είναι και γιορτινή μέρα! Σαν να μην έφθανε αυτό, μου έκαναν τα πράγματα που έφερες άνω-κάτω. Τα έψαξαν χωρίς να είμαι παρών. Και καταξέσκισαν τα πάντα. Το φαγητό δεν τρώγεται. Το κέικ κομματάκια. Φουρκίστηκα και δεν δέχτηκα να τα παραλάβω. Αύριο θα ζητήσω ακρόαση από το διοικητή για να διαμαρτυρηθώ. Χάρηκα τουλάχιστον που είστε όλοι καλά, όπως γράφεις στο σημείωμά σου. Και πως κι η Νίτσα κι ο Γιάννης έφθασαν στον προορισμό τους. Αν σας τηλεφωνήσουν, δώστε τα φιλιά μου καθώς και στον Μίκη. Η φωτογραφία των παιδιών μασκέ δεν ήταν μέσα στο δέμα. Στείλε την το Σάββατο που θα έρθει ο Δημήτρης. Πόσο τα πεθύμησα! Από το δελτάριό του έμαθα ότι πήρε κι ο Γιάννης το διαβατήριό του και έφυγαν με πρώτο σταθμό τη Ρώμη.

Σταματώ, βρε Μαρία μου, γιατί δεν χωράει άλλα το έρμο το χαρτί. Κι αν κάνω μικρά γράμματα, θα φωνάζεις πως δεν τα βγάζεις. Αντε και καλό μας μήνα.

Σε φιλώ, Κώστας.