O τρόμος και η γενικευμένη σύγχυση σε Δύση και Ανατολή από την πανταχού παρούσα δράση των υπερασπιστών του αυτοαποκαλούμενου «Ισλαμικού κράτους» και η διάχυτη μιντιακή τρομολαγνεία έχουν παραλύσει τον νου των ανθρώπων.
Αδιαμφισβήτητες οι ευθύνες της Δύσης (οικονομικός και πολιτικός ορθολογισμός, πολιτισμικός ναρκισσισμός και μπόλικη υποκρισία), αμείλικτα όμως και τα ερωτήματα προς την ίδια την αραβική Ανατολή: Ποια είναι η θέση του αραβικού κόσμου έναντι του χρέους του να υπερασπιστεί το ιστορικό Ισλάμ, στο όνομα του οποίου οι σημερινοί ανεκδιήγητοι αυτόκλητοι «εκφραστές» του διαπράττουν τα πιο φρικαλέα εγκλήματα;
Γιατί ανέχθηκε, ανέχεται ή και συμβάλλει ακόμη στον διασυρμό και τη διαστρέβλωση του ιστορικού του παρελθόντος;
Δυστυχώς, το Ισλάμ, όπως και ο πολιτισμός της Δύσης με τις ψευδεπίγραφες σήμερα αξίες του, στην πορεία του χρόνου αλλοιώθηκε, μεταλλάχθηκε, υποτάχθηκε σε συμφέροντα και διαιρέθηκε· και διαιρεμένο πλέον σέρνεται πίσω από το άρμα του δυτικού κυρίως κόσμου, άλλοτε από μικρόνοα αυταρέσκεια και ιδιοτέλεια και άλλοτε από σύγχυση, αδυναμία και αβουλησία.
Ο κατακερματισμένος αραβικός κόσμος, σε τροχιά καθολικής πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης από τις κυρίαρχες δυνάμεις του παγκοσμιοποιημένου πολιτικο-οικονομικού συστήματος, δεν είναι σε θέση ν’ αντιδράσει καθολικά ως «έθνος» ή ως πολιτικο-ιδεολογικό κοσμοσύστημα.
Οι αποικιοκρατικές πολιτικές της Δύσης, άλλοτε, και η σύγχρονη εμπλοκή της στον αραβικό κόσμο -για τους δικούς της πραγματικούς ή προσχηματικούς λόγους- αποτελούν τη μία όψη του νομίσματος. Στην άλλη, όμως, απεικονίζεται το πρόσωπο ενός παραμορφωμένου και αλλοτριωμένου Ισλάμ· αλλού με εξάρσεις και οιήσεις δυτικότροπες και αλλού με φανατικές υποκριτικές κραυγές και σκληρές φονταμενταλιστικές πρακτικές· ένα Ισλάμ που έχει προ πολλού εγκαταλείψει τις ιστορικές παραδοσιακές αξίες του πολιτισμού του.
Γιατί το ιστορικό Ισλάμ από τη γένεσή του (7ος αι. μ.Χ.), μέσα από τους νομάδες Αραβες και τα προϊσλαμικά φύλα που συνενώθηκαν και ενσωματώθηκαν στον πνευματικό του πυρήνα, παρά την ορμή της νεανικής, φιλοπόλεμης θρησκείας του, δεν περιορίστηκε μόνο στην πολιτικο-στρατιωτική δράση. Παράλληλα και μέσα από αυτή, με τις δικές του καταβολές αλλά και δάνεια από πολιτισμούς της εποχής -κυρίως τον βυζαντινό-, δημιούργησε έναν δικό του σπουδαίο πολιτισμό, στον οποίο στήριξε, μαζί με την πολεμική του δράση, το λαμπρό οικοδόμημα της ισχυρής αυτοκρατορίας του.
Το εξαιρετικό άρθρο της «Eφ.Συν.» με τίτλο «Οι πολιτισμοί δεν πολεμούν-Συνυπάρχουν» μου έδωσε το έναυσμα να υπενθυμίσω τη συνύπαρξη και τον αλληλοσεβασμό των δύο μεγάλων ιστορικών πολιτισμών της μεσαιωνικής Ανατολής: του βυζαντινού και του ισλαμικού. Στην πιο σκληρή περίοδο των αραβο-βυζαντινών πολέμων (9ος-10ος αι. ), στην κορύφωση του στρατιωτικού και πολιτικού ανταγωνισμού Βυζαντινών και Αράβων, οι δύο κόσμοι έζησαν την κορυφαία συνάντησή τους στο πεδίο του πολιτισμού και της πνευματικής συνέργειας.
Η εκατέρωθεν αναγνώριση και ο αμοιβαίος σεβασμός κορυφαίων θεσμών σαν τη διπλωματία και την ανταλλαγή αιχμαλώτων, την κήρυξη ανοιχτού πολέμου και την επίκληση των αρχών του «διεθνούς» τότε δικαίου -στοιχεία που συνθέτουν την κουλτούρα του πολέμου- συνέβαλαν στην «εξημέρωσή» του και στη δημιουργία διαύλων μιας αέναης επικοινωνίας στο πεδίο του πραγματικού πολιτισμού.
Το Ισλάμ, την εποχή της ακμής του, υπήρξε η μόνη δύναμη της Ανατολής που αμφισβήτησε την παγκοσμιότητα του Βυζαντίου και διεκδίκησε για λογαριασμό του μερίδιο της παγκόσμιας εξουσίας. Ηταν η μόνη σύγχρονη του Βυζαντίου δύναμη που διέθετε γραφειοκρατική διοίκηση, θεσμούς, διπλωματία, οργανωμένο στρατό και πολεμική τεχνολογία.
Η βυζαντινή αυλή, από την άλλη, αναγνώρισε τον αντίπαλό της ως ισότιμο με εκείνη, και παράλληλα με τους σκληρούς πολέμους που διεξήγε μαζί του στα πεδία των μαχών, συνέβαλε με κάθε τρόπο στη συγκρότηση του χαλιφάτου, σε όλα τα επίπεδα· δημιούργησε νέες μορφές διπλωματικής δραστηριότητας, με κορυφαία εκείνη της πολιτιστικής «επίθεσης».
Αλλά και οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του χαλιφάτου της Δαμασκού και της Βαγδάτης εκμεταλλεύτηκαν πολλούς παράγοντες για τον ίδιο σκοπό.
Από τους κόλπους των υποταγμένων χριστιανικών κοινοτήτων και από το πλήθος των βυζαντινών αιχμαλώτων και μοναχών, αξιοποίησαν τους άριστους για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τη μετάδοση των επιστημών και της κλασικής φιλοσοφίας· για την οργάνωση της διοίκησης, της διπλωματίας, του εμπορίου, των τεχνών και οικιακών εργασιών κ.λπ.
Η κορυφαία πνευματική συνάντηση Βυζαντινών-Αράβων τοποθετείται στον 9ο αιώνα, επί της χαλιφίας του εραστή της κλασικής αρχαιότητας Αλ Μαμούν. Στο μεγάλο διεπιστημονικό κέντρο της Βαγδάτης, στον «Οίκο της Σοφίας», μεταφράστηκαν στα αραβικά, μέσω της συριακής, από χριστιανούς μοναχούς τα μεγάλα έργα της κλασικής φιλοσοφίας και της ελληνικής επιστήμης, απ’ όπου στη συνέχεια μεταδόθηκαν και διασώθηκαν στη Δύση.
Την ώρα αυτής της ύψιστης προσέγγισης, ο πατριάρχης και αντιβασιλεύς του Βυζαντίου Νικόλαος Α’ Μυστικός θα διατυπώσει, απευθυνόμενος στον χαλίφη Αλ Μουκταντίρ, την παρακάτω ιστορική παραδοχή: «Υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο, αυτή των Σαρακηνών (Αράβων) και αυτή των Ρωμαίων (Βυζαντινών), οι οποίες υπερτερούν όλων των άλλων και λάμπουν όπως οι δύο φωστήρες του στερεώματος».
Και ολοκληρώνει την επιστολή του τονίζοντας με έμφαση ότι η μεγάλη απόκλιση των θρησκειών τους δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στις κοινωνικές και αδελφικές σχέσεις των δύο κόσμων. Παρόμοιες αντιλήψεις εξέφραζαν συχνά ηγέτες και αξιωματούχοι του χαλιφάτου σε επιστολές τους προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες.
Εάν, λοιπόν, δεν εκδηλώθηκε τότε, στην εποχή της πιο σκληρής πολεμικής εποποιίας των δύο κόσμων η «σύγκρουση πολιτισμών» πώς την επικαλούμαστε σήμερα; Θα ήταν, νομίζω, πιο πειστικό να μιλήσουμε για σύγκρουση των πιο άνομων, εκατέρωθεν, συμφερόντων.
* διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών
