Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το περασμένο Σάββατο το πρωί όλοι -οι περισσότεροι μάλλον- φορέσαμε ένα κόκκινο, λευκό και μπλε μαντίλι. Αλλοι εμφανώς, άλλοι στην καρδιά και στο μυαλό.

Τα αποτελέσματα της παράλογης και τυφλής βίας ήταν κάτι περισσότερο από συγκλονιστικά.

Λίγες λέξεις μπορούν να τα περιγράψουν και ακόμη και αν τις καταγράψουμε μία προς μία, ούτε στο σύνολό τους θα αποδώσουν την αλήθεια.

Δυστυχώς, δεν ήταν η πρώτη φορά⦁ ο μεγάλος φόβος είναι ότι δεν ήταν ούτε η τελευταία.

Παρακολουθούμε σε ζωντανή μετάδοση αστυνομικές επιχειρήσεις, δηλώσεις ιθυνόντων και μη, αρμοδίων και απλών πολιτών, θυμάτων, διασωθέντων…

Μαθαίνουμε για τα στρατιωτικά χτυπήματα-απάντηση στην τρομοκρατία…

Διαβάζουμε αναλύσεις, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο ψύχραιμες, κάποιες ορθολογικές (είναι τόσο ασαφή τα όρια του ορθολογισμού) και κάποιες γεμάτες συναίσθημα (ουσιαστικό ή εν βρασμώ, δεν έχει σημασία).

Ανέκαθεν, για τους ανθρώπους που εργάζονται στον Τύπο, στα μέσα ενημέρωσης γενικότερα, το «κυνήγι της είδησης» περιελάμβανε καταγραφές σημαντικών γεγονότων, δυσάρεστων στην πλειονότητά τους – άλλωστε οι καλές ειδήσεις είναι σπάνιες.

Και όταν υπάρχουν, για μικρό διάστημα έλκουν το ενδιαφέρον. Εχουμε συμβιβαστεί με αυτό.

Οταν όμως μετράμε νεκρούς, τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα.

Τώρα ακόμα κάνουμε απολογισμό των νεκρών στο Παρίσι, των συνεπειών των τρομοκρατικών χτυπημάτων, αναζητούμε τα αίτια, προσπαθώντας να πάμε στην ουσία, κάνοντας αγώνα να αφήσουμε στην άκρη τα χρωματιστά γυαλιά μας.

Την όποια γνώση και εμπειρία μας προσπαθούμε να τη μοιράσουμε, μήπως βοηθήσουμε και τους άλλους να κατανοήσουν μια πραγματικότητα που μας προσπερνά με τη σκληρότητά της κάθε στιγμή.

Αλλά υπάρχουν στιγμές που είμαστε αδύναμοι να το κάνουμε και αυτό.

Αφήνοντας στην άκρη τις φυσικές καταστροφές ή κάποια δυστυχήματα, πράγματα ανεξέλεγκτα σε κάποιο βαθμό, συνειδητοποιούμε ποιος είναι ο κύριος υπεύθυνος για ό,τι μας ταλανίζει.

Μήνες τώρα καταγράφουμε ναυάγια και νεκρούς στη θάλασσα. Χρόνια άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη.

Χιλιάδες τα θύματα του πολέμου των καρτέλ ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική και αλλού. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά και γυναίκες φέρουν τα τραύματα της ενδοοικογενειακής βίας ανά τον κόσμο.

Χιλιάδες επίσης διώκονται για τα πιστεύω τους. Δικτατορίες αλλά και «δημοκρατίες» ακόμη και σήμερα «εξαφανίζουν» αντιφρονούντες.

Και πόσα ακόμα συμβαίνουν στην Αφρική, στην Ασία, στην Αυστραλία, στην Αμερική, στον κόσμο ολόκληρο.

Ακόμη και αν το προσωπικό και οι δυνατότητες των μέσων ενημέρωσης ήταν απεριόριστα, δεν θα μπορούσαν να τα καταγράψουν όλα.

Και κάποια στιγμή επιστρέφουμε κι εμείς στα σπίτια μας, στους δικούς μας ανθρώπους, στα μικρά ή μεγαλύτερα προβλήματά μας.

Βουτάμε σ’ αυτά, προσπαθώντας να «κολυμπήσουμε» στα δικά μας αγριεμένα πελάγη.

Και όμως, κάποιες φορές ξαγρυπνούμε τη νύχτα για εκείνη την είδηση που μας τρόμαξε και τους ίδιους, που μας έκανε να ανησυχήσουμε για το μέλλον ή το παρόν.

Πιο πολύ, ίσως, γιατί αυτό που τρέμουμε δεν είναι η επόμενη πράξη τρομοκρατίας, ο νέος πόλεμος που θα ξεσπάσει στη γειτονιά μας ή λίγο μακρύτερα, το επόμενο τηλεγράφημα του πρακτορείου που θα προαναγγέλλει ένα τραγικό γεγονός.

Αντίθετα, είναι η συνειδητοποίηση ότι υπεύθυνοι για όλα αυτά τα γεγονότα είναι άνθρωποι.

Οτι πλάι σε αυτούς που αγωνίζονται να παρασκευάσουν το επόμενο θαυματουργό φάρμακο που θα σώσει ζωές, ζουν και δρουν αυτοί που κατασκευάζουν ή χρησιμοποιούν όπλα αφαιρώντας ζωές, βάζοντας μπροστά οικονομικά ή άλλα συμφέροντα.

Οτι στην ίδια γειτονιά με τον φιλόσοφο ή τον επιστήμονα που προσπαθεί να εξηγήσει τα μυστήρια της ζωής και της φύσης κατοικεί εκείνος που καλλιεργεί το μίσος, τον σοβινισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και τη βία.

Και ηθελημένα ή αθέλητα διαπλέκονται με αόρατα νήματα μεταξύ τους.

Λοιπόν, μετά τα τελευταία γεγονότα και κάθε φορά που μια τέτοια καταστροφή ενσκήπτει στον κόσμο, κάποιοι από εμάς αρχίζουμε να αμφισβητούμε τη σημασία της λέξης άνθρωπος.

Δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε ψηλά και να δούμε αισιόδοξα μπροστά.

Μόνο μια φράση γυρίζει ξανά και ξανά στο μυαλό μας: Και τώρα πάλι, τι;