Σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα είναι τουλάχιστον εξαρχής ξεκάθαρα: η «Μιράντα» φιλοδοξεί να είναι μια προσωπική σκηνική ανάγνωση του Οσκαρας Κορσουνόβας πάνω στην «Τρικυμία» του Σέξπιρ, με τη γνωστή δύναμη μεταφοράς, που επανειλημμένα έχει αποδείξει ο Λιθουανός σκηνοθέτης, αλλά και με την κάπως αναπάντεχη πρόσκληση του πάλαι ποτέ «σύγχρονού μας» Γιαν Κοτ ως πολιτικού μοχλευτή της προσπάθειας.
Ωστόσο αμφιβάλλω αν πρόκειται μόνο για «διασκευή» του αριστουργήματος σε έργο δωματίου για δύο πρόσωπα, μια αληθινή τρικυμία εν ποτηρίω. Μάλλον ζητάει κάτι περισσότερο: να δώσει ένα κλειδί ενεργοποίησης της ποίησης και της παραμυθίας ως τρόπου διεξόδου από τη σκληρή πραγματικότητα.
Εναν τρόπο μεταφοράς του Σέξπιρ στο περιβάλλον του κυνισμού και της ωμής επιβολής. Και ακόμα παραπέρα, έναν τρόπο να θυμηθούμε όχι μόνο το γράμμα αλλά και την ουσία του Πολωνού θεωρητικού: μήπως με τη δική του συμβολή δεν μετατράπηκε για μια ολόκληρη γενιά ο Σέξπιρ από βαρύτιμο τρόπαιο σε εγχειρίδιο χρήσης μιας νέας σκέψης, σε οδηγό πνευματικής επιβίωσης, πολιτικό (αν όχι και επαναστατικό) εργαλείο, σε κώδικα ασκητικής για μυημένους;
Ο Κορσουνόβας εμπνέεται πάλι από τον Κοτ στο να σκεφτεί έναν Σέξπιρ ελαφρύ και κοφτερό, για να τον κουβαλάς πάντα μαζί σου (έστω και κρυμμένο κάτω από το παλτό) και να τον μνημονεύεις κάθε που θολώνει ο νους σου.
Στοίχημα του Τάρλοου
Αυτά τα στοιχεία είδα στη «Μιράντα» της πλατείας Βικτωρίας. Μα ας σταθώ για μια στιγμή στην όλη απόφαση, καθώς μου φαίνεται ότι έχει και αυτή τη σημασία της. Μετά την καθηλωτική επιτυχία λοιπόν της «Μεγάλης Χίμαιρας» -που πάντως δεν υπήρξε μόνο εμπορική- ο Τάρλοου νιώθει ότι έχει ως παραγωγός την ευθύνη να ανταποδώσει.
Καλεί γι’ αυτό έναν αληθινά δύσκολο κι απαιτητικό καλλιτέχνη, γνωστό στην Ελλάδα, αλλά όχι ιδιαίτερα δημοφιλή, για να ρίξει ένα μέρος του «κεφαλαίου» του πίσω στην τρύπα του καλλιτεχνικού θεάτρου. Το πιθανότερο είναι πως θα χάσει τα λεφτά του. Μα ας κερδίσει τουλάχιστον την αναγνώριση ενός κύκλου που μπορεί να δει πέρα από το προκείμενο, στους ευρύτερους συντελεστές ενός καλλιτεχνικού γεγονότος.
Αυτά για την παραγωγή. Επανέρχομαι στην παράσταση: η «Μιράντα» είναι λοιπόν μια συμπύκνωση και αρκετά κοινή πλέον απόδοση του Σέξπιρ εντός του πλαισίου μιας ελεύθερης δραματουργίας.
Τη μεταφορά συνθέτει εδώ η υπόθεση ενός διανοούμενου, που ζει εγκλωβισμένος στο δωμάτιό του -στην πραγματικότητα ζει σε μια νησίδα ασφάλειας, αλλά και αυτοεξορίας. Σε αυτό το στενό δωμάτιο μελετά τα βιβλία του, έχει βάλει τις αναγκαίες εξόδους πνευματικής διαφυγής και σε αυτό -κυρίως- μεγαλώνει την παραπληγική κόρη του.
Μέρος της καθημερινής απασχόλησης των δύο είναι η ανάγνωση και το παιχνίδι ρόλων με βάση την «Τρικυμία» του Σέξπιρ, στην οποία όπως φαίνεται το κοριτσάκι δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία. Γιατί άραγε;
Προφανώς γιατί είναι ένα πολύ ωραίο παραμύθι, με ξωτικά και δαίμονες, φουρτούνες και ναυάγια, ανατροπές και ευτυχές τέλος. Ακόμη επειδή έχει βέβαια έναν ωραίο πρίγκιπα καταμεσής. Και έχει ακόμα και μια πολύ όμορφη πριγκίπισσα, ανόθευτη από τη φθορά της πραγματικότητας, άφθαρτη από τη χρήση της καθημερινότητας.
Ο διανοούμενος και η ανάπηρη κόρη
Ετσι μεγαλώνουν στο δωμάτιο ο διανοούμενος πατέρας και η ανάπηρη κόρη: με μια τρικυμία εντός τους. Και με ακόμη μια διαφορετική τρικυμία, εκτός δωματίου. Στην πρώτη απόδοση του Κορσουνόβας το δωμάτιο χρησίμευε σαν νησί ελευθερίας εντός της πραγματικότητας του Ψυχρού Πολέμου.
Εδώ, στο «Πορεία», η δραματουργία του το μεταφέρει στα δικά μας τελευταία χρόνια της δικτατορίας. Εκεί λοιπόν, στο ανάμεσα μιας έξω και μέσα αναταραχής, βρίσκεται το δωμάτιο. Στο μεταξύ ενός έξω κόσμου και μιας μέσα σκηνής, στο ούτε ακριβώς «θέατρο» ούτε κι ακριβώς «πραγματικότητα».
Από εκεί ξεκινάει το θέατρο του Κορσουνόβας. Οπως είπαμε, δεν είναι από μόνο του πρωτότυπο το να διασκευάζεις τον Σέξπιρ σε θέατρο δωματίου. Η διαφορά επαναλαμβάνω βρίσκεται στην αρχική συνθήκη, στην ανάγκη που επιβάλλει τον μετασχηματισμό: δεν είναι η «Τρικυμία», αλλά το να «παίζεις την Τρικυμία» η νησίδα σωτηρίας στις τρικυμίες των καιρών.
Εκεί βρίσκονται ναυαγοί οι καλλιτέχνες. Κι εκεί τα μάγια συμβαίνουν. Τέτοια μάγια, μάλιστα: στο τέλος της παράστασης η ανάπηρη κόρη έχει μεταμορφωθεί σε πεταλούδα! Η Πλισέτσκαγια έχει φύγει από την τηλεόραση και έχει ανεβεί στη σκηνή, με το δικό της πρόσωπο!
Το θαύμα της τέχνης έχει συμβεί, μόνο που σαν αντίτιμο ζητάει το τέλος του δημιουργού. Αν στον κόσμο αυτό που τελειώνει είναι, λέει ο Κορσουνόβας, η ζωή, στο θέατρο αυτό που τελειώνει είναι ο θάνατος. Στο ρομαντικό όνειρο μέσα η «Μιράντα» γίνεται η πικρή νίκη του καλλιτέχνη, η πύρρειος απόδειξη της ανωτερότητάς του.
Ετσι ακριβώς, σαν ρομαντικό δράμα, σαν δράμα του προσώπου και της ψυχής του, το εγχείρημα απογειώνεται. Αντίθετα, σαν πολιτικό επιχείρημα μου φαντάζει στενό και εκβιασμένο. Το φόντο της ελληνικής δικτατορίας γίνεται έτσι κι αλλιώς σχηματικά στην παράσταση του «Πορεία» και με τρόπο μάλλον διδακτικό.
Η εποχή του ’70 πλαισιώνει τα πρόσωπα, αλλά δεν έχει τη δύναμη να εμπεριέχεται σε αυτά. Κι ακόμη η ίδια η δραματουργία του σκηνοθέτη έχει άτσαλη αφετηρία: αληθινά, τα πρώτα είκοσι λεπτά της συνύπαρξης του πατέρα με την άρρωστη κόρη (που αρνείται να φάει και ζητάει «παραμύθι») δεν είναι ούτε καλοφτιαγμένα, ούτε πειστικά…
Μαλκότσης και Παππά
Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα ανεβαίνουν, όπως συμβαίνει συνήθως όταν ο Σέξπιρ αναλαμβάνει το παιχνίδι. Ο Λαέρτης Μαλκότσης αποδίδει πολλούς ρόλους με χάρη και αξιοθαύμαστη ευελιξία.
Αν εξαιρέσει κανείς τον ρόλο του Πατέρα -όπου πάσχει φανερά από πατήματα-, δίνει μια εξαιρετική εμφάνιση. Το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και με την Ιωάννα Παππά: είναι ικανότατη στο να αποδώσει τον Αριελ, αλλά σαν κόρη ο ρόλος της είναι αδύναμος.
Την καταλαβαίνω: αν επέμενε στην όψη της παραπληγικής, το αποτέλεσμα θα ήταν έως και κακόγουστο. Και όταν προσπαθεί να τον δείξει ερμηνευτικά, το αποτέλεσμα και πάλι είναι ασαφές. Ο ρόλος είναι αυτό που λέμε «άχαρος».
Τα αναφέρω αυτά, για να δείξω πως δεν πρόκειται για παράσταση χωρίς προβλήματα ή αντιφάσεις. Ωστόσο κάτι στο τέλος συμβαίνει και η εντύπωσή μας είναι θετική. Ισως είναι που η παραβολή μάς κερδίζει με αυτό που είναι: η διασκευή ενός μεγάλου έργου για έναν κόσμο μικρό και κλειστό, με τη διαρκή προτροπή του Κοτ στα αυτιά μας: «Play Shakespeare!»
