Τα τεράστια απορημένα σου μάτια
βγήκαν κρυστάλλινα μέσ’ απ’ την αγριεμένη
και παγερή θάλασσα που σε κατάπιε!
Δεν είχες καν το δικαίωμα να γεννηθείς·
δεν κατάφερες καν να γίνεις προσφυγόπουλο.
Η ρουφήχτρα μιας παράλογης τάξης πραγμάτων
σού στέρησε την ύπαρξη πριν αντιληφθείς πως υπάρχεις…
Η κόλαση; Ποια κόλαση;
Αναίτια ανθρωποθυσία στον βωμό του ανελέητου κέρδους,
εγκαταλείφθηκες από ανθρώπους και θεούς,
ή απ’ ανθρώπους που αισθάνονται θεοί!
Δεν διάλεξες τίποτα· δεν ρωτήθηκες για τίποτα.
Κανείς δεν σου ‘πε πως δεν χωράς πουθενά σ’ αυτόν τον κόσμο·
τόσο μικρούλι, κι όμως δεν χώρεσες ούτε σε μια χαραμάδα!
Σκορπούν τον θάνατο για να σώσουν τις κατάμαυρες ψυχές τους από τον φόβο του;
Αδηφάγο το τέρας, σε διάλεξε
όπως διαλέγει ο αετός το ποντίκι και χτυπά.
Τα κάποτε ζεστά χεράκια σου, μελανιασμένοι πάγοι.
Σαν να τέλειωσαν μαζί σου ζωή κι ελπίδα.
Η μοίρα; Ποια μοίρα;
Αυτή που σου φύλαγαν τ’ αρρωστημένα μυαλά, η πανουργία,
μα κι η ανεμελιά ενός συστήματος αποτρόπαιου, που σ’ αφάνισε
για να συνεχίσει να γιορτάζει κάθε χρόνο «Χαρούμενα Χριστούγεννα»;
Η πολύτιμη ζωούλα σου δεν ήταν καν διαπραγματεύσιμη.
Ολα προδιαγεγραμμένα προτού ανατείλεις.
Εσύ διαλέχτηκες τώρα, κάποιος άλλος θα διαλεχτεί σε λίγο…
Η δικαίωση; Ποια δικαίωση;
Κοίτα μας κι άλλο μ’ αυτά τα ωκεάνια παγωμένα μάτια,
μήπως και νιώσουμε, μήπως ντραπούμε, μήπως ξυπνήσουμε.
Σ’ ευγνωμονώ που μ’ έκανες γι’ ακόμα μια φορά
να αισχύνομαι που γεννήθηκα άνθρωπος!
Αφιερωμένο στα βρέφη και τα παιδιά της προσφυγιάς, στη μικρή μου πατρίδα τη Λέσβο, που εδώ και πολύ καιρό υποδέχεται τη δυστυχία και τον θάνατο, αλλά και σ’ όλα τα παιδιά του πολέμου και της κακουχίας σε κάθε γωνιά της γης.
