Οταν η ιδεολογία συγκρούεται με την πραγματικότητα συνήθως κερδίζει η δεύτερη. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, ιδιαίτερα στον χώρο της πολιτικής, δεν χάνεται μόνον πολύτιμος χρόνος, αλλά ενίοτε καταδικάζονται ολόκληρες γενιές υποταγμένες στην ατελέσφορη προσπάθεια απόδειξης της ορθότητας εφαρμοσμένων ιδεολογιών.
Αν η πιο πάνω διατύπωση επιδέχεται κριτικής και κατά το κοινώς λεγόμενον «σηκώνει πολλή κουβέντα», τρεις πρόσφατες πολιτικές αποφάσεις έρχονται να επικουρήσουν την άποψη πως οι ιδεολογικές εμμονές που αντίκεινται στην πραγματικότητα μόνον ανάσχεση της εξέλιξης μπορούν να προκαλέσουν.
Τις καθυστερήσεις πληρώνουν οι πολίτες που απλώς προσδοκούν από τις πολιτικές ηγεσίες άμεσες λύσεις στην κατεύθυνση των πραγματικών αναγκών αλλά και του διαμορφωνόμενου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Προτού συμβεί αυτό, οι οπαδοί της στασιμότητας εφευρίσκουν επιχειρήματα και χρησιμοποιούν «τσιτάτα» που αγγίζουν το κοινό τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια ανατροπής της ίδιας της εξέλιξης:
- 1. Η άρνηση στο σύμφωνο συμβίωσης. Κυρίως από την πλευρά αυτού που χαρακτηρίζεται το πλέον συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας προήλθε η σφοδρή αντίδραση σε κάτι που έρχεται να καλύψει μια πραγματική ανάγκη στη σύγχρονη κοινωνία. Εδώ οι επικλήσεις περί ηθικής κατάπτωσης, νομιμοποίησης του αφύσικου, προβολής της διαστροφής και άλλα τέτοια βρήκαν πρόσφορο έδαφος.
Αυτό που δεν τόλμησε η Νέα Δημοκρατία όταν πρωτοεισήγαγε την εν λόγω δυνατότητα πριν από το 2009 για ετερόφυλα ζευγάρια, έγινε νόμος του κράτους το 2015 από μια αριστερή κυβέρνηση η οποία προσοικειώθηκε πλήρως ιδέες του πολιτικού φιλελευθερισμού. Πάρα ταύτα, έχω την άποψη ότι η επικοινωνιακή διαχείριση του όλου θέματος είναι λανθασμένη.
Γιατί ταυτίζει το σύμφωνο συμβίωσης με τα ομόφυλα ζευγάρια και άρα με τη σεξουαλική τους επιλογή. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει στο κρεβάτι σου αν εσύ ο ίδιος δεν το κοινοποιήσεις. Το σύμφωνο συμβίωσης δεν επιλύει μόνο μια αναγκαιότητα των ομόφυλων ζευγαριών, αλλά αν το δούμε μέσα από μια προβολή στον χρόνο είναι ικανό να δώσει λύση σε ανθρώπους που επιθυμούν να συμβιώσουν εκμεταλλευόμενοι πλεονεκτήματα που μια φιλελεύθερη πολιτεία αναγνωρίζει ως δικαιώματα.
- 2. Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Πάγια εθνική πολιτική από τότε που η Ελλάδα κατέστη το δέκατο μέλος τής τότε ΕΟΚ ήταν η αναγνώριση της ύπαρξης εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων. Η πρώτη φορά που σε επίσημο κείμενο της Ευρώπης αναγνωρίστηκε η ύπαρξη τέτοιων συνόρων, ήταν στο «πολιτικό σύμφωνο για το άσυλο και τη μετανάστευση» τον Ιούνιο του 2009 επί γαλλικής προεδρίας.
Ηταν μια επιτυχία τής τότε κυβέρνησης με επικεφαλής τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, ο οποίος ασκούσε τότε τα καθήκοντα του υπουργού Εσωτερικών. Η όξυνση του μεταναστευτικού προβλήματος ωρίμασε την ιδέα της δημιουργίας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής και ενός συστήματος κοινής διαχείρισης και φύλαξης των ευρωπαϊκών συνόρων άρα και των ελληνικών.
Το γεγονός ότι η πραγματικότητα οδηγεί στην έμπρακτη αναγνώριση των εν πολλοίς αμφισβητούμενων θαλάσσιων συνόρων μας από τη γείτονα Τουρκία ουδόλως απασχολεί τους δακρύζοντες εθνοπατριώτες. Διαφεύγει δε την προσοχή τους ότι η κοινή ακτοφυλακή δεν θα αποτελείται από φρουρούς προερχόμενους από κάποιον εξωπλανήτη, αλλά και ελληνικές δυνάμεις θα συμμετέχουν σε αυτήν.
Και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά σύνορα. Αλλά και στο ζήτημα αυτό η κυβέρνηση και η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση αντιμετωπίζουν τη θετική αυτή εξέλιξη αμυντικά και απολογητικά, την ώρα που θα έπρεπε να εκθέτουν όσους διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για δήθεν εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε μια Ευρώπη τα κράτη της οποίας άρχισαν μόλις τώρα να αναδέχονται τις συλλογικές τους ευθύνες.
- 3. Η στρέβλωση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος. Επί δεκαετίες στη χώρα το δημόσιο συμφέρον ταυτίζεται με το κράτος. Κάθε τι ιδιωτικό θεωρείται ειδεχθές, κάτι σαν το κρατικό χρέος που όμως πληρώνουμε όλοι εμείς.
Η πραγματικότητα όμως ότι το κράτος αδυνατεί να αναπτύξει δραστηριότητες και λειτουργίες ώστε και την παροχή υπηρεσιών να βελτιώσει αλλά και την οικονομική δραστηριότητα να διευρύνει, εκφεύγει των αντιλήψεων των οπαδών του κρατισμού.
Επί δεκαετίες τα περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας προσφέρουν άθλιες υπηρεσίες, δεν μπορούν να προσελκύσουν νέους αεροπορικούς μεταφορείς, παρά μόνο έπειτα από την «παρέμβαση» των ιδιωτών (ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και τουριστικών πρακτόρων), θεωρούνται πολλά από αυτά ανασφαλή, ευρισκόμενα στις τελευταίες θέσεις των ευρωπαϊκών και εμποδίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάπτυξη της μοναδικής εναπομείνασας βιομηχανίας του τόπου: της τουριστικής.
Ακόμη και μετά την καθυστερημένη υπογραφή της συμφωνίας παραχώρησής τους οι γραφικότητες δεν έχουν σταματήσει.
Εφευρίσκονται νέοι «θεσμοί», όπως αυτός του ηλεκτρονικού δημοψηφίσματος που θα διεξαγάγει η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων με σκοπό την ακύρωση κάθε επενδυτικής προσπάθειες. Το «ξεπούλημα» είναι η πιο πιασάρικη λέξη για να πειστεί το πόπολο…
* ειδικός εμπειρογνώμονας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Διετέλεσε γενικός γραμματέας στα υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης
