Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο προηγούμενο άρθρο μου («Εφ.Συν.» 3-11-2015) είχα αναφερθεί στην ελληνική ιδιαιτερότητα της σχέσης Πολιτείας και Εκκλησίας, εστιάζοντας σε ιστορικά, φιλοσοφικά και θεολογικά δεδομένα, στη βάση δύο χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το κλασικό πλέον βιβλίο (σε μετάφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου) δύο διακεκριμένων Γερμανών φιλοσόφων.

Συνεχίζοντας, δεν θα ήθελα να παραλείψω μια σύντομη, σχετική αναφορά στον Καστοριάδη. Συζητώντας κατ’ ουσίαν την ελληνοχριστιανική καμπή, με τον συνακόλουθα νοούμενο ελληνοχριστιανισμό, ο Καστοριάδης χρησιμοποιεί τη συνώνυμη ουσιαστικά έννοια της στωικο-χριστιανικής καμπής (Κ. Καστοριάδης, «Οι ομιλίες μου στην Ελλάδα», ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2000, σελ. 29).

Και δεν χρειάζεται, βέβαια, η ιστορική ή οποιασδήποτε άλλης μορφής απόδειξη ότι ο στωικισμός είναι αρχαιοελληνική φιλοσοφία της ελληνιστικής περιόδου (323 π.Χ. – 31 π.Χ.).

Υπό αυτήν την έννοια –και όχι υπό τη μεταξική ή τη χουντική της εκδοχή, που είχε δυστυχώς τότε την πλήρη αποδοχή και στήριξη της εκκλησιαστικής διοίκησης– η έννοια του ελληνοχριστιανισμού δεν είναι μια μεταφυσική εμμονή, αλλά μια ορθολογικότατα τεκμηριωμένη ιστορική, φιλοσοφική, γνωσιολογική και θεολογική αλήθεια.

Η αναφορά μου στα θετικά στοιχεία της ελληνικής ιδιαιτερότητας στη σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας θα στηριχτεί στο άρθρο του Μανόλη Γ. Δρεττάκη «Αναντικατάστατος ο άρρηκτος δεσμός Εκκλησίας και έθνους» («Εφ.Συν.» 5-11-2015), το όποιο διάβασα καθώς ξεκινούσα τη συγγραφή του παρόντος κειμένου. Στο άρθρο του αυτό, ο Δρεττάκης παραδέχεται «λάθη και ανάρμοστες συμπεριφορές ορισμένων μελών της Εκκλησίας», που την εννοεί ως κλήρο και λαό μαζί, αλλά παρουσιάζει και τη διαχρονική, αδιαμφισβήτητη στήριξή της στην εθνική πορεία.

Ως παραδείγματα αναφέρει την περίοδο της Τουρκοκρατίας, την Επανάσταση του ’21 και αργότερα, με τη συμμετοχή και συμβολή της Εκκλησίας στους αγώνες της απελευθέρωσης και «στη διατήρηση των ιερών και οσίων του έθνους, της γλώσσας και των παραδόσεών μας», τον μεγάλο αριθμό πιστών και ιερωμένων και τον σφαγιασμό τους από τους Νεότουρκους, τον ενεργό ρόλο της Εκκλησίας κατά την Κατοχή, αλλά και τη ζωογόνο προσφορά της Εκκλησίας στον απόδημο Ελληνισμό.

Αναφερόμενος στο ζήτημα του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, ο Δρεττάκης προτείνει, και συμφωνώ μαζί του, τον χωρισμό της εκκλησιαστικής διοίκησης από το κράτος «και σε καμία περίπτωση από το έθνος». Αιτιολογεί και δικαιολογεί επίσης, στη βάση μιας κοινωνικοπολιτικής ανάλυσης, γιατί ο δεσμός Εκκλησίας και έθνους θα πρέπει να παραμείνει αλώβητος και γιατί το κράτος «έχει τη νομικά κατοχυρωμένη υποχρέωση» της μισθοδοσίας του κλήρου.

Θα ήθελα να προσθέσω εδώ ότι η Εκκλησία προσέφερε, αν δεν κάνω λάθος την προηγούμενη χρονιά, εκατόν είκοσι εκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη χιλιάδων αναξιοπαθούντων συνανθρώπων μας, ανεξαρτήτως εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ιδιαιτερότητας.

Αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο, όταν ο συγχωρεμένος πατέρας μου ήρθαν οικογενειακά, από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, με τους άλλους Καραμανλήδες πρόσφυγες, τουρκόφωνος αλλά ελληνοορθόδοξος πληθυσμός, κουβαλούσαν ευλαβικά, ως ιερά κειμήλια, τη φωτογραφία του Βενιζέλου και τις εικόνες του Αη Γιώργη και του Αη Δημήτρη.

Εχει άραγε κανείς το δικαίωμα να μας ζητάει να μην τιμούμε τη μνήμη των προγόνων μας και να μη δείχνει τον πρέποντα σεβασμό στις ευαισθησίες και την υπόσταση των εκατομμυρίων απογόνων τους, όταν από την άλλη μεριά φαίνεται να αγωνιά, και κάλλιστα πράττει αν πράγματι αγωνιά, αν όλοι μας αγωνιούμε για την αξιοπρέπεια κι ενός μόνο σημερινού πρόσφυγα ή μετανάστη;

Υπάρχουν στη χώρα ιστορικά, θρησκευτικά και κοινωνικοπολιτικά ελεγχόμενες ιδιαιτερότητες, αλλά και συναισθηματικά φορτισμένες μνήμες, που απαιτούν από όλους μας αναστοχασμό, αυτοκριτική (τι είναι άραγε για τον καθένα και την καθεμιά μας το ιερό και το όσιο;), γνώση και ενσυναίσθηση, νηφαλιότητα, ορθολογισμό και διαίσθηση, φρόνηση και συνεργασία για να αντιμετωπίσουμε συναινετικά και το ακανθώδες αυτό ζήτημα της σχέσης Εκκλησίας και Πολιτείας.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον Αλλο, με αλληλοκατανόηση και σύμπνοια, και να αντιμετωπίσουμε και τα άλλα κρίσιμα προβλήματα του τόπου, αφού όμως πρωτίστως θα έχουμε βρει και γνωρίσει, όσο αυτό είναι δυνατόν, τον εαυτό μας, την ταυτότητά μας.

Κι αυτό δεν είναι ένας ρητορισμός. Είναι, κατά την άποψή μου, μια γνωσιολογικά εδραιωμένη απαίτηση, ένα ορθολογικό όσο και μεθοδολογικό αίτημα, που θα έπρεπε να το θέτει κάθε γνωσιολόγος και κοινωνιολόγος. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αλληλεπιδράσουμε διαλεκτικά και ελεύθερα.

Για να μπορέσει όμως κάτι τέτοιο να συμβεί, οι σωστά ενημερωμένοι πολίτες θα πρέπει να μεριμνούν ώστε, στον σύγχρονο μετανεωτερικό μας καταναλωτικό τεχνοπολιτισμό, να μην αρχίσει να εδραιώνεται ένας αξιακός μηδενισμός και μια πλήρης εθνική αποδόμηση (αντί μιας πλήρους αποδόμησης του εθνικισμού), που θα εξυψώνει αποκλειστικά και μόνο τις επιστημικές αξίες, ασφαλώς σημαντικότατες και απαραίτητες, ενώ συγχρόνως θα καταβαραθρώνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, παραδόσεις, κοινωνικο-ηθικές αξίες και όλες τις εθνικές ευαισθησίες, που είναι, μερικές από τις τελευταίες αυτές, επίσης σημαντικές και απαραίτητες.

Εκτός κι αν η παραχώρηση ή μη δέκα χιλιομέτρων στο Αιγαίο δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτές. Αλλά για το θέμα αυτό, στο επόμενο άρθρο.

* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ