Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολύ βρίζουμε. Σταματημό και συγκρατημό δεν έχουμε. Γίναμε όπως ήταν κάποτε οι χωρίς χιούμορ επιθεωρήσεις και τα θεατρικά που οι πρωταγωνιστές τους αγωνιωδώς προσπαθούσαν να βγάλουν γέλιο βωμολοχώντας.

Εβγαινε ο πρωταγωνιστής στη σκηνή –να, έναν λιπόσαρκο θυμάμαι, που όλοι έλεγαν πως είχε μεγάλο ταλέντο που το σπατάλησε και το σπαταλάει- και από την πρώτη στιγμή έβριζε, έλεγε χοντράδες και σεξουαλικά υπονοούμενα, που υπονοούμενα δεν ήταν. Γελούσε ο κόσμος κι ας ξέφευγε ο ηθοποιός(;) κι ας προσέβαλλε εκείνους ειδικά που κάθονταν στις πρώτες θέσεις. Σου λέει «όσο πιο πρώτη θέση, όσο περισσότερο τιμή μού κάνεις που θέλεις να με δεις από κοντά… άρα με θαυμάζεις, άρα αξίζεις την ξεφτίλα».

Γίναμε χειρότεροι από τους φορτηγατζήδες. «Βρίζεις σαν φορτηγατζής», λέμε, γιατί αυτοί οι απίθανοι τύποι έδιναν της αργκό να καταλάβει. Δεν ξέρω αν πήγαινε στο στυλ τους, στη φτιαξιά τους, στη σκληρή δουλειά, στις ατελείωτες ώρες στο τιμόνι, αλλά το γαμοσταυρίδι έβγαινε πρώτο και μετά ο καπνός από τη γεμάτη σεκλέτια ρουφηξιά του τσιγάρου. «Αντε μη σ’ αρχίσω στα πατερημά» ξεκινούσε η απειλή και μετά η πράξη κοκκίνιζε απ’ όσα άκουγε.

Αλλά τελικά τούς βγήκε το όνομα που όπως κατά κόρον έχουμε πει είναι καλύτερα να σου βγει το μάτι. Γιατί πια όλοι βρίζουμε ή μήπως βρίζαμε πάντα αλλά δεν ακουγόμασταν; Αυτό το δεύτερο είναι μάλλον η καλύτερη εκδοχή. Οσο χυδαίοι ήμασταν, είμαστε, μόνο που τώρα η βρισιά μας γίνεται τουίτερ, γίνεται τιτίβισμα το κράξιμο.

Ο,τι βρισιά σού κατέβει, ό,τι θα το έλεγες μόνο στις παρέες σου («σιγά, υπάρχουν και παιδιά» ίσως σε προστάτευε η ομήγυρις), τώρα παίρνεις το μαραφέτι, τσικ, τσικ, τσικ με το δαχτυλάκι και φρουπ πετάει η χυδαιότητά σου. Κι αν το δαχτυλάκι ανήκει σε πολιτικό πρόσωπο, τρίβουν τα χεράκια τους τα μέσα -όλα-, και καλά κάνουν αφού αποκτούν από το τίποτα, από το γραφείο, θεματάκι.

Τρίβεις τα χεράκια σου κι εσύ που βρίζεις αφού έτσι δεν τους αφήνεις, δεν τους επιτρέπεις να σε ξεχάσουν. Και δεν μπορεί κάθε μέρα να κάνεις πολιτική πρόταση που πιθανόν να περάσει από τα συστημικά ασχολίαστη· άρα υπάρχει λύση.

Πάντως όταν λέμε βρισιές (με «ι», γιατί ένας συνάδερφος έριχνε βρυσιές) δεν εννοούμε τα γνωστά που ανήκουν στην κατηγορία «πατερημά» και «πιο σιγά υπάρχουν και παιδιά». Τώρα είναι… (ψάχνω την ορθότερη διατύπωση… τη βρήκα…) προσβλητικά σχόλια. Να μειώσεις τον άλλο, να τον χλευάσεις, να γίνει το σχόλιό σου μαχαιριά.

Οπως, ας πούμε, χήρες με μούσια, αυλικοί και σαλτιμπάγκοι γελωτοποιοί της εξουσίας… Οταν είσαι καλλιεργημένος, σπουδαγμένος αφήνεις στην άκρη τα Θεία και τα απόκρυφα σημεία του σώματος, αφήνεις τις φορτηγατζίδικες αμορφωσιές και περνάς σε άλλες διαστάσεις, σε άλλα επίπεδα.

Τελικώς ακόμη μπουσουλάμε στον πολιτισμό κι ας νομίζουμε το αντίθετο μ’ ένα τουίτερ-μαχαίρι στο παντελόνι ή στην τσάντα.

Ενα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,

που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,

κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,

φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…