Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου, Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου, εννιά το πρωί, σε βαγόνι του Ηλεκτρικού. Παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα. Των Χριστουγέννων. Αυτά που λένε «Καλήν ημέραν άρχοντες (…) Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει…» (δεν ξέρω γιατί τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα είναι… της καθαρευούσης, ενώ τα πρωτοχρονιάτικα, της δημοτικής: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος…»∙ εξαίρετο, κατά τη γνώμη μου, δείγμα της δημοτικής μας ποίησης∙ μαγεία λέξεων!).
Τέλος πάντων, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου που άκουγα τα κάλαντα τέσσερις μέρες πριν από την «κανονική». Αλλά φαίνεται πως και κανείς άλλος επιβάτης (και ήταν αρκετοί για Κυριακή πρωί) πίστευε στ’ αυτιά του. Γιατί δεν είδα και κανέναν (ένας-δυο μάλιστα γελάσανε) να βγάζει κάτι από την τσέπη ή από το πορτοφολάκι (οι γυναίκες) και να δίνει.
Ούτε και είδα πόσα ήταν τα παιδιά κι αν έμοιαζαν εγχώρια ή… εξωχώρια (τα παιδιά είναι παντού στον κόσμο παιδιά, και τα προσφυγόπουλα είναι, πιστεύω, δυο φορές παιδιά∙ μια για τα παιδιά που είναι κι άλλη μια για το παιδί που χάσανε, για το παιδί που σπρώχτηκε να μεγαλώσει πριν της ώρας του και προτού καταλάβει πώς μπορεί και πώς πρέπει να είναι ένα παιδί).
Ισως πάλι αυτά τα πρώιμα κάλαντα (ας τα πω προεορταστικά) να μην ήταν απλά κάλαντα και τα παιδιά να μην ήταν πραγματικά, να ήταν, ας πούμε, άγγελοι (συνηθέστατη ταύτιση παιδιών και αγγέλων στις θρησκείες) που μετέφεραν στους κοινούς θνητούς, μέσω των επιβατών ενός βαγονιού ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, ένα μήνυμα, μία υπόμνηση έστω:
Πως όσο κι αν τα πράγματα δεν πάνε καλά και κουβαλάμε, οι πιο πολλοί, ένα σωρό προβλήματα, μην ξεχάσουμε ότι μπήκαμε στις γιορτές. Και πως όλοι, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, επιβάλλεται να γίνουμε για λίγο άρχοντες. Καλήν ημέραν άρχοντες…
