Λουκάς Θανασέκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Τίποτα δεν μου αποδεικνύει ότι δεν είμαι ποτέ της αντίθετης γνώμης. Πολιτική σημαίνει αφελή εμπιστοσύνη στη γλώσσα»

Paul Valery

Βαγκνερικός, μάλλον εν αγνοία του, ο πρωθυπουργός, δικαιολογώντας -μετά το 17ωρο μαστίγωμα της 12ης Ιουλίου- όσα υποσχέθηκε ότι θα εφαρμόσει, μόνος πάνω στη σκηνή του πεπρωμένου του, είπε στο μικρόφωνο πολλά, τον ακούσαμε, αντιστοιχούσαν όμως, χωρίς να το ξέρει, στις 6 μόνες λέξεις που ξεστόμισε ο Τριστάνος στη β’ πράξη του γερμανικού μελοδράματος: «Ακόμη και έτσι, είμαι ο κόσμος»(!).

Και εννοούσε ότι ο ελληνικός λαός θα υπομείνει τις συνέπειες από το σκληρό προξενιό των 86 δισ. ευρώ, για μια τριετία, που του είχαν ετοιμάσει οι άλλες 18 προξενήτρες για χάρη της Ιζόλδης, η οποία ενοικεί στις Βρυξέλλες και όχι στην Κουμουνδούρου.

Τότε ήχησε το γνωστό διπλό, σε ντο μείζονα, σκοπίμως παράφωνο (κατά την παρτιτούρα), χτύπημα των, για την ελληνική περίσταση, γαλλικών τυμπάνων Ολάντ και Μοσκοβισί: «Μόνο μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να εφαρμόσει τη συμφωνία αυτή και να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις»!

Και το είπαν γιατί, στην έκδηλα ανάμεικτη με τύψεις πρωθυπουργική ικανοποίηση, είχαν βρεθεί τρόποι -διαφορετικοί από αυτούς του δικαστή ή του φαρμακοποιού- ώστε να υπάρξουν κοινοί τόποι και τελικά να τα βρουν το πνεύμα του μεγάρου των Ηλυσίων και της καγκελαρίας με το πνεύμα του Μαξίμου και όχι με εκείνο στο σεράι της Κουμουνδούρου.

Για την ιστορία, η επίσημη πρώτη της γνωστής όπερας «Τριστάνος και Ιζόλδη» δόθηκε και τότε, παρά κάτι ημέρες, την αυτή ημερομηνία πριν από 150 χρόνια ακριβώς, το 1865, στο βασιλικό θέατρο του Μονάχου.

Λέγοντας ο ήρωας, σύμφωνα με το λιμπρέτο, «είμαι ο κόσμος», ήλπιζε ότι θα πετύχει να μαστιγώσει την κακή μοίρα που του προξένεψε μιαν άλλη Ιζόλδη ώστε στο φινάλε να επιστρέψει στην πιστή δική του Ιζόλδη.

Το ίδιο επεδίωκε και ο πρωθυπουργός για την Ιζόλδη του της Κουμουνδούρου, γιατί πίστευε ότι θα τα καταφέρει να εκμεταλλευτεί αποδοτικότερα πολλά από τα ελαττωματικά κριτήρια των ενοίκων των Ηλυσίων, της καγκελαρίας και των άλλων όταν του κάνανε βαρύ το προξενιό των 86 δισ. ευρώ.

Τι να λέμε τώρα για τον μύθο. Είναι στο πνεύμα της απελπισίας…

Η αφελής εμπιστοσύνη…

Υστερα από απαίτηση των εταίρων, η δανειακή σύμβαση, γιατί έτσι λέγεται το ονοματιζόμενο αντικείμενο, άσχετο αν εγγράφεται ως Μνημόνιο, έπρεπε να ψηφιστεί όχι μόνο από τους κυβερνητικούς βουλευτές αλλά και από τα άλλα κόμματα της Βουλής, για να «πιάσει» από παντού το εμβόλιο!

Μέσω μιας μειλίχιας τεχνοκρατικής γλώσσας προκειμένου να καταστήσει ευυπόληπτη την εκμετάλλευση των δανειστών, ο πρωθυπουργός υποχρεώθηκε να υποστεί την εκδίκηση των Ευμενίδων: 45 από τους βουλευτές του, πιστοί αμετάκλητα στο πνεύμα της Κουμουνδούρου, είπαν «Οχι» στο προξενιό.

Αν και το πανηγυρικό «Ναι» από τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, πλην του ΚΚΕ, κατέστησε τη σύμβαση νόμο του κράτους, η συγκυβέρνηση της Αριστεράς με τους νεορθόδοξους, καθ’ οδόν, έχασε τη δεδηλωμένη.

Ο πρωθυπουργός, αποφασισμένος να αιχμαλωτίσει μάζα και ελίτ ακόμη και πέραν των ελληνικών συνόρων, να τα χαλάσει με τους ριζοσπάστες αλλά να λάβει νωπή την εντολή διακυβέρνησης της χώρας και μάλιστα αυτοδυνάμως, σκέφτηκε ότι «τίποτα δεν μου αποδεικνύει ότι δεν είμαι ποτέ της αντίθετης γνώμης, υπάρχει δυνατότητα να περνάς από το ένα στο άλλο και κάπου θα τα καταφέρεις».

Οταν προσέφυγε στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αγνοούσε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός ανήκε στους πολιτικούς στοχασμούς του Βαλερί (1871-1945). Και ιδού ακόμη μία σύμπτωση, πλην αυτής του Τριστάνου και Ιζόλδης: έκλεισαν φέτος 70 χρόνια από τον θάνατο του Γάλλου ποιητή, στους πολιτικούς στοχασμούς του οποίου βρίσκουμε τον ορισμό της πολιτικής ως «αφελούς εμπιστοσύνης στη γλώσσα»…

Η θυσία του ονόματος

Και τις κέρδισε τις εκλογές με διαφορά 7,5 μονάδες από τον παραδοσιακό, μνημονιακό, πολιτικό αντίπαλο, τη Δεξιά, αλλά και τα άλλα κόμματα, ώστε να μπορεί, τώρα δικαίως, να υπερηφανευτεί «ακόμη και έτσι, είμαι ο κόσμος»!

Αλλά ποιο το όνομα; Μνημόνιο ή αριστερή κυβέρνηση, όπως είπαν Ολάντ και Μοσκοβισί; «Για να δώσει κανείς ένα όνομα, αυτό συνεπάγεται μια συνεχή θυσία του ονόματος στο ονοματιζόμενο αντικείμενο» μας θυμίζει ο Σαρτρ (φέτος κλείνουν 110 χρόνια από τη γέννησή του, 1905-1980).

Το όνομα, και αυτό γίνεται σαφές εδώ, είναι του συμβαλλόμενου με το ονοματιζόμενο αντικείμενο της συμβάσεως, δηλονότι του πρωθυπουργού της αριστερής κυβέρνησης ο οποίος και υπέγραψε το Μνημόνιο.

Προσφεύγοντας, μάλιστα, στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» ( Χέγκελ, 1770-1831) -μια και τόσες φορές αναφερθήκαμε στη λέξη πνεύμα- βλέπουμε να σημειώνει ο Γερμανός φιλόσοφος: «Το όνομα αποκαλύπτεται επουσιώδες μπροστά στο πράγμα που είναι το ουσιώδες. Αρα, κάθε εννοιακή κατάσταση ισοδυναμεί με φόνο» (Κεφάλαιο VII).

Λοιπόν, επουσιώδης η «αριστερή κυβέρνηση» μπροστά στο Μνημόνιο, δηλαδή το ονοματιζόμενο αντικείμενο; Μήπως, αλήθεια και πραγματικότητα ταυτίστηκαν στην περίπτωσή μας μετά τους τόσους φόρους, τις μειώσεις συντάξεων κ.λπ., κλωθογυρίζοντας σε λέξεις που επινοούνται για απατηλές χρήσεις ή ψευδείς αντιστοιχίες όπως αυτή του «εξορθολογισμού», της «ελαστικότητας» της «απασχόλησης»;

Και μήπως η Αριστερά, εκ των πραγμάτων και όχι ως Ιδέα, δείχνει να έχει τόση αξία «όση το κέντρο βάρους ενός δαχτυλιδιού», για να ξαναθυμηθούμε τον Βαλερί;

Πού είναι η Αριστερά;

Ενα από τα λάθη της κυβέρνησης παίχτηκε νωρίς: πάσχιζε να προφυλαχτεί αντί να επιδιώξει να εμπιστευτεί. Η φήμη των ημιαγρίων (ναι!) προεκλογικών υποσχέσεων του Ιανουαρίου είναι μόνο ανάμνηση που σήμερα εκτιμάται ως πληθωρικό υλικό φλυαρίας.

Ομως, άφησε για κάποιο διάστημα στη μοίρα της, όπως αφήνει κανείς τον ανδριάντα ενός φιλοσόφου στις σκέψεις του, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αγνοώντας ότι σε αυτό η Ιζόλδη των Βρυξελλών διαθέτει θυμό πλύστρας.

Αν η Αριστερά εξακολουθεί να είναι ένας προορισμός, χρειάζεται να προσδιοριστεί σωστά μέσα στην αλήθεια της Ιδέας της.

Εχει την ηλικία που της κάνει άνετα χώρο στην εξυπνάδα και την διαίσθηση. Είναι ένα πραγματικό σύμβολο, τονίζουμε τη λέξη «πραγματικό», έχει ως όριο και σύνορο το πετσί του κάθε νέου, μαθητή ή σπουδαστή, εργαζόμενου ή συνταξιούχου και εάν διαλυθεί σε σημασίες (ή νέες συνιστώσες) γρήγορα θα γνωρίσει τον θάνατο.