Ενα βράδυ στην πλατεία Συντάγματος το σιντριβάνι φαινόταν από μακριά σαν χιονισμένο, σαν αφρισμένο, σαν να φουσκώνει και ν’ απλώνεται σαπουνάδα από το νερό που τιναζόταν ψηλά. Πολύ φαντασμαγορικό. Να ήταν μέρος της χριστουγεννιάτικης διακόσμησης που είχε μόλις εμφανιστεί; Πλησιάζοντας έβλεπες σαπουνάδα παντού, σαν να ήθελε ο Κινγκ Κονγκ να πλύνει τα χεράκια του έχοντας μόλις τελειώσει το γεύμα του κάπου εκεί κοντά.
Μια παρέα νεαρών τριγύρω γελούσε κάνοντας ότι μαζεύει σαν χιονόμπαλα τη σαπουνάδα στις παλάμες, κάνοντας πως την πετούν ο ένας στον άλλον. Περπάτησα ώς την είσοδο του μετρό προσπαθώντας κι εγώ να γελάσω λίγο, να βγάλω λίγο αφρό από κάποια πηγή ευθυμίας μέσα μου, και δεν το κατάφερνα. Γιατί όμως;
Οι σκηνές στα σιντριβάνια τη νύχτα είναι από τις πιο αγαπημένες στο σινεμά, η Ανίτα Εκμπεργκ που βουτά στη Φοντάνα ντι Τρέβι, με τον Μαστρογιάνι να την ακολουθεί μαγεμένος, κι άλλες φωτογραφίες ανέμελων παιδιών τις ζεστές μέρες που διαρρηγνύουν τα αβλαβή σύνορα με το νερό παραβιάζοντας και το δημόσιο αγαθό, την ωραία πηγή, και το οικειοποιούνται για λίγο.
Το δημόσιο γίνεται αυθαίρετα ιδιωτικό, όπως γινόταν με τον αφρό εκεί στο Σύνταγμα, κι ο φόβος κάποιας πιθανής τιμωρίας, το θάρρος, όλ’ αυτά ισορροπούν κάποιες στιγμές, όσες χρειάζεται για να εντυπωσιαστεί κάποια δύσκολη φίλη, να βάλει τα γέλια, να αλλάξει το σκηνικό, να αφρίσει ελάχιστα η μονοτονία, να σηκώσει η πλήξη το φρύδι της και ν’ αλλάξει πλευρό. Θα ’πρεπε να μπορούσα κι εγώ να χαμογελάσω. Αλλά τίποτα.
Ισως έχει νόημα να παραβιάζεται το δημόσιο, να το οικειοποιούνται και να χρησιμοποιείται ιδιωτικά, όταν είναι δημόσιο, όταν ανήκει στον δημόσιο χώρο και ξέρουμε τι θα πει αυτό, τι δικαιώματα έχουμε πάνω του, πότε τα παραβιάζουμε, πότε τα παραβιάζουν άλλοι.
Αυτό το σιντριβάνι τίνος είναι; Θα το φροντίσει κάποιος όταν φύγουν οι νεαροί; Είναι δημόσιο; Τι θα πει δημόσιο σ’ αυτή την πόλη; Το ξέρουν οι Αθηναίοι ότι αυτό είναι το σιντριβάνι της πόλης;Υπάρχουν Αθηναίοι; Υπάρχει πόλη όταν κανείς δεν διεκδικεί τον δημόσιο χώρο της σαν δημόσιο, όταν παντού το ιδιωτικό καραδοκεί;
Κι ορίστε τώρα μέσα στη νύχτα, που κάνει το Σύνταγμα πιο συμπαθητικό απ’ ό,τι η μέρα, αραιώνει ο κόσμος, οι κράχτες που σε τραβάνε δέκα δέκα από το μανίκι σε κάθε τετράγωνο, τα μηχανάκια στο πεζοδρόμιο, τα ταξί στον δρόμο, με τόσους αφρούς και τόση πλάκα, στην καρδιά της Αθήνας, στο Σύνταγμα (μα τι σημαίνει Σύνταγμα; τι συντάσσεται; ποιος ο συντάκτης; οι συντασσόμενοι;) με τόσο αφρό, τόση πλάκα, να μην μπορώ να γελάσω.
