Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σκίτσο του Γιάννη Καλαϊτζή το περασμένο Σάββατο με το άψυχο σώμα ενός βρέφους να επιπλέει στα νερά του Αιγαίου και το Αστρο των Χριστουγέννων να το φωτίζει δημοσιεύτηκε σε μια εσωτερική σελίδα της εφημερίδας.

Κι όμως, θα μπορούσε αυτό το σκίτσο να ήταν ευχετήρια χριστουγεννιάτικη κάρτα για τους πολίτες της χριστιανικής Ευρώπης του 2015.

Τους Ευρωπαίους που ανατριχιάζουν στη θέα των προσφύγων και ετοιμάζονται να σπαταλήσουν τα χρήματά τους σε ψώνια, καθώς χαζεύουν τις γιορτινές βιτρίνες.

Θα μπορούσε να ήταν αφίσα στους δρόμους του Βερολίνου, του Λονδίνου, της Μπρατισλάβα και των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων.

Μόνο και μόνο για να θυμίζει στην Ευρώπη, που τρέφεται με το αίμα των ανήμπορων, που πλουτίζει από το εμπόριο όπλων, που μετράει τις ζωές με το ευρώ και που σε λίγες μέρες θα ψέλνει το «επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», ποια είναι τα έργα της και ποιο το χρέος.

Αυτό το παιδί όμως θυμίζει κι ένα άλλο, με μια εξίσου συγκλονιστική ιστορία. Ενα άλλο βρέφος, στην αγκαλιά της μάνας του, προσφυγόπουλο κι αυτό.

Διαβαίνει την καστρόπορτα του Χάνδακα το 1647. Μεγαλώνει σε μια πόλη που λίγες μέρες μετά πολιορκείται και βομβαρδίζεται – κάτι που θα αποτελούσε καθημερινότητα για τα επόμενα 22 χρόνια, πριν τελικά πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Η σύγκρουση δύο μεγάλων δυνάμεων της εποχής το καταδικάζει να μη ζήσει μια φυσιολογική ζωή, να μη γνωρίσει άλλο κόσμο έξω από τα Τείχη.

Υπήρξαν και υπάρχουν πολλά τέτοια παιδιά. Το συγκεκριμένο, που η μάνα του το εγκατέλειψε στα σκαλιά μιας καθολικής εκκλησίας, είναι μυθιστορηματικό γέννημα του δημοσιογράφου-συγγραφέα Νίκου Ψιλάκη.

Οι άλλοι πρόσφυγες

Ο Νίκος Ψιλάκης, ένας εξαιρετικός ερευνητής και πολυβραβευμένος συγγραφέας, υποστηρίζει ότι το βιβλίο του με τίτλο «Πολυφίλητη», που πρόσφατα κυκλοφόρησε, δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αν και αναπλάθει την Κρήτη του 17ου αιώνα και «η Ιστορία είναι παρούσα σε κάθε σελίδα του βιβλίου».

Οι άλλοι πρόσφυγες

Αλλωστε για τον λόγο αυτό ο ίδιος «εκφράζει χάριτες», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, σε μελετητές εκείνης της περιόδου, υπεύθυνους αρχείων, ακόμη και σε γιατρούς και ψυχολόγους που τον βοήθησαν να συγκεντρώσει πολύτιμο υλικό για εκείνη την εποχή.

Γράφει στο βιβλίο ο Νίκος Ψιλάκης:

❝Κάποτε-κάποτε η ιστορία στέκει σε μια γωνιά και γελά. Κι ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του μετέωρο στον χρόνο, το ένα του πόδι πατά στο χτες και το άλλο στο σήμερα.❞

Και είναι πράγματι συγκλονιστικοί οι συνειρμοί που δημιουργεί το χτες με το σήμερα. Παρ’ ότι το σκηνικό του μυθιστορήματος έχει ως καμβά τον μεγάλο κρητικό πόλεμο, ο αναγνώστης αναπλάθει εικόνες φρίκης σύγχρονες.

❝Δεν άντεξα. Εκλεισα τα μάτια, παραλίγο να κατρακυλήσω από το ανάχωμα. Φρίκη. Κι αναγούλα. Μια πυραμίδα με κεφαλές απέναντι από την καστρόπορτα. Οι περισσότεροι ήταν Φράγκοι και είχαν έρθει για να καταδιώξουν τους πολιορκητές.

Μαζί τους κι ο παπάς από την Παναγιά των Καπουτσίνων. Λιπόσαρκος σαν ασκητής, ασπρογένης. Μέχρι τον μπέτη του έφτανε η γενειάδα. Καλός άνθρωπος.

Οι πολεμιστές πορεύονταν με τα όπλα κι αυτός με τον σταυρό. Κι όταν άρχισε το μακέλεμα, έστεκε πάνω από τον κάθε νεκρό και ψαλμούδιζε. Τον πετσόκοψαν.

Λίγο πριν νυχτώσει βούιξε το Κάστρο. Οι Αγαρηνοί πήγαν κρυφά και κρέμασαν την κεφαλή του σκοτωμένου καλόγερου έξω από την πύλη, έτσι που να ‘χει πάντα στραμμένο το άδειο βλέμμα στην πόλη.

Φρίκη να σε κοιτάζει μια κεφαλή χωρίς σώμα.

Την είδα κι εγώ. Και ήταν σαν να κοίταζα σ’ έναν μεγάλο καθρέφτη το αύριο, το δικό μου, το δικό τους. Ανέμιζαν τα γένια, το στόμα ορθάνοιχτο.

Περνούσε η ώρα, σουρούπωνε. Ο καλόγερος εκεί, να τον βλέπουν οι μέσα να φοβούνται, να τον βλέπουν οι έξω να θαρρεύουν.

Το πρωί που ξυπνήσαμε βρεθήκαμε μπροστά σε καινούργια θηριωδία: κι άλλη κομμένη κεφαλή. Κι αυτή καρφωμένη σε μακρύ κοντάρι. Απέναντι στην πρώτη. Κοίταζε η μια την άλλη.

Κάποιος ψυχωμένος Καστρινός είχε κάμει τη νύχτα ρεσάλτο στο στρατόπεδο των Αγαρηνών και την είχε κουβαλήσει για λάφυρο. Λέγανε πως ήταν ιμάμης ή γενίτσαρος ο μακαρίτης. Μακρομούρης, με τουρμπάνι. Γένια κατάμαυρα.

Κοιτάζονται οι δυο κομμένες κεφαλές, φοβερίζει ο παπάς τον ιμάμη, φοβερίζει κι ο ιμάμης τον παπά. Κι οι δυο μαζί φοβερίζουν όλους εμάς.

Εκεί είναι ακόμη, μια μέρα μετά.

Δεν τις φοβούμαι τις κεφαλές των σφαγμένων. Τις άδειες κεφαλές των ζωντανών φοβούμαι. Θεέ μου, μη μας αφήσεις να κυλήσομε πιο κάτω.❞

Αναπόφευκτοι οι συνειρμοί… Ομως οι πρωταγωνιστές στο μυθιστόρημα, μέσα από την καθημερινότητα του πολέμου, επιμένουν να ζουν, να ερωτεύονται, κάτω από ακραίες καταστάσεις, χωρίς επαρκή υλικά αγαθά και συχνά χωρίς ελπίδα, καθώς οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής, η Βενετία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, συγκρούονται για την Κρήτη.

Η προσφυγιά είναι μονόδρομος. Οι πόλεις αδειάζουν κι οι απλοί άνθρωποι διαλέγουν στρατόπεδο. Χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν τους δρόμους αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Οι πολιορκητές δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στους κατοίκους. Εκτρέπουν τις πηγές από τις οποίες υδρεύεται η πόλη, την αποκόπτουν από την αγροτική παραγωγή της ενδοχώρας, ρίχνουν μπομπάρδες.

Τα τρόφιμα λιγοστεύουν μέρα τη μέρα. Εκτός από τα κανόνια των πολιορκητών, τους κατοίκους απειλεί και η πανούκλα.

Ενας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας θα σημειώσει στο καδέρνο του (στο τετράδιο όπου καταγράφει γεγονότα και συναισθήματα) πως «τις πιο γερές φυλακές δεν τις χτίζουν με φθαρτά υλικά, με τον φόβο τις χτίζουν».

Η βασική πρωταγωνίστρια, μια νέα γυναίκα, αφού φτάσει στην πόλη πριν αρχίσει η πολιορκία και αφήσει έκθετο στα σκαλιά του Αγίου Σαλβαδόρου το παιδί της, βιώνει τη μοναξιά και προσπαθεί να επιβιώσει σ’ έναν ξένο γι’ αυτήν κόσμο.

Κοιμάται σε χαλάσματα και σε ξενώνες, γίνεται τροφός ενός ορφανού κοριτσιού και τελικά καταλήγει σε μιαν ακρινή γειτονιά του Κάστρου, όπου ζει όλα τα χρόνια της πολιορκίας. Εκεί συναντά ένα ψηφιδωτό ανθρώπων που ο καθένας βιώνει την πολιορκία με τον δικό του τρόπο.

Αλλοι συμβιβάζονται με τη μοίρα τους, άλλοι αναζητούν διεξόδους και άλλοι επιβιβάζονται σε γαλέρες και φεύγουν. Οι αφηγήσεις των ηρώων ζωντανεύουν ολόκληρη την περίοδο του μεγάλου πολέμου.

Στην πολιορκημένη πόλη συνωστίζονται μισθοφόροι από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, πρόσφυγες από τις άλλες πόλεις της Κρήτης, στρατιώτες, αυτόμολοι… Ερωτες που αναζωπυρώνονται, πάθη που επανέρχονται, κοινωνικές συμβάσεις που διατηρούνται ακόμη και μέσα σε σκληρές συνθήκες πολέμου.

Η βασική πρωταγωνίστρια του έργου βρίσκεται μπροστά σε ποικίλες προκλήσεις. Προσπαθεί να προσαρμόσει τη ζωή της στις πρωτόγνωρες συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε μέρα, να διαχειριστεί το παρελθόν που βρίσκεται κάθε στιγμή μπροστά της και να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις με τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή της.

Ο μεγάλος της έρωτας, χαμένος στις άδηλες διαδρομές των συναισθημάτων, επανέρχεται σε κάθε στιγμή.

Η μεγάλη πολιορκία λύνεται με συνθήκη παράδοσης, οι μελλοντικοί πρόσφυγες επιβιβάζονται στις γαλέρες, ανοίγονται στο πέλαγος.

Κάμποσους μήνες μετά, ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος γράφει:

❝… Σεπτέμβρης μήνας, ρόδιζαν όλα, διάφανος ο ουρανός, διάφανος ο κόσμος που χάναμε. Το συγκρίνω με τα μουντά ξημερώματα της θετής μου πατρίδας. Ολοι οι πρόσφυγες συγκρίνουν. Η πλάστιγγα γέρνει. Ολες οι πλάστιγγες γέρνουν.

Η μνήμη κάνει τα πράγματα να βαραίνουν. Θύμησες πάνω στις θύμησες, μνήμες πάνω στις μνήμες. Το βάρος ασήκωτο.

Οχι, εγώ δε θα δέσω το κορμί στο μεσιακό κατάρτι. Βουλώνω τ’ αυτιά, αρνούμαι ν’ ακούσω τις σειρήνες της λήθης. Είμαι πρόσφυγας πια. Κι οι πρόσφυγες δεν ξεχνούνε❞.