Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Δημήτρης Λάλος είχε μια από τις ιδέες της χρονιάς. Με μια κίνηση μετέφερε το «Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη στον 21ο αιώνα. Περιέργως η παράστασή του στην Ακαδημία Πλάτωνος δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον που της αξίζει, τουλάχιστον το ενδιαφέρον που πιστεύω ότι θα έπρεπε να δημιουργήσει σε ένα πλατύ κοινό.

Δεν εννοώ εδώ το πρωτεύον, αυτό που έρχεται πρώτο στο μυαλό: το «αξιοπερίεργο» στο ανέβασμα ενός τόσο γνωστού «ελληνικού έργου», τέτοιας και τόσης «ιθαγένειας», από Ελληνες ηθοποιούς που, τέλος πάντων, τυγχάνει να είναι και έγχρωμοι.

Είναι ας πούμε η υπενθύμιση μιας πολύχρωμης σύγχρονης ελληνικότητας που πολλοί αγνοούν όταν δεν έχει την ικανότητα να καρφώνει από τη γραμμή του φάουλ.

Οχι όμως, αυτό που μου φαίνεται αληθινά ενδιαφέρον βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά, στο ίδιο το έργο πρώτα: μια τέτοια παράσταση αποδεικνύει τελεσίδικα ότι ο ρεαλισμός του Κεχαΐδη βρίσκεται πέρα από την ηθογραφία, τη συγχρονικότητα και την εν πολλοίς εσωστρεφή ελληνική δραματουργία των μεταπολεμικών χρόνων.

Αν η παράσταση, το πείραμα, η ιδέα του Λάλου στέκει (και αυτό θα το δείξει η σκηνή), τότε αυτό που περιγράφει το «Τάβλι» βασίζεται σε κάτι βαθύτερο και πλατύτερο από μια συγκεκριμένη αυλή, από ένα παιχνίδι με πούλια ή μια Ελλάδα που κοιτά τον εαυτό της με λιγότερη ή περισσότερη περίσκεψη. Είναι έργο του κόσμου όλου.

Ξάφνιασμα

Η παράσταση στην Ακαδημία Πλάτωνος επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό.

Πως το «Τάβλι» έχει την ικανότητα να σπάσει το κέλυφος της ηθογραφίας και να ανοιχτεί στα μεγάλα τοπία του Ρεαλισμού.

Μπορεί να μιλάει ακόμη με τη φωνή μιας παραβολής. Και το ανέβασμά του σηκώνει, πέρα από την τυπική εκφραστική σκευή του λαϊκού Ελληνα φτωχοδιαβόλου, μια τέτοια απόσταση, ώστε να περικλείει σε αυτήν την ειρωνική νύξη, το ξάφνιασμα και, γιατί όχι, ένα θέατρο γνήσια μπρεχτικό, δηλαδή ένα διαλεκτικό, σκηνικό, πολιτικό επιχείρημα.

Για να είμαι όμως ειλικρινής, αυτό το ξάφνιασμα δημιουργείται κυρίως σε δύο σημεία: στην αρχή, όταν ο Κόλλιας και ο Φώντας αποκτούν την όψη Ελλήνων που κρίνονται πλέον από τη θέση τους, την ταξική τους διαβάθμιση και τη σχεδόν προκαθορισμένη κοινωνική μοίρα τους.

Θέλω να πω ότι ο Σαμουήλ Ακίνολα και ο Στέφανος Μουαγκιέ λένε κάτι για τους δύο ήρωες του Κεχαΐδη, που ίσως λευκοί ηθοποιοί δύσκολα θα μετέδιδαν.

Οτι υπάρχει κάτι σε αυτούς που τους τοποθετεί εξαρχής κιόλας στις μειονεκτικές θέσεις της κοινωνικής αφετηρίας.

Αυτός είναι ένας αληθινά ενδιαφέρων τρόπος να μιμηθούμε το βλέμμα των πρώτων θεατών του μονόπρακτου.

Για τους θεατές του 1972, στο Θέατρο Τέχνης, το να κάνουν κάποτε περιουσία ο Κόλλιας και ο Φώντας έμοιαζε ίσως τόσο απίθανο, όσο φαίνεται σήμερα να εμφανιστεί κάποτε ένας μαύρος Ελληνας εκατομμυριούχος.

Τους τοποθετούμε εξαρχής σε ένα πλαίσιο περιορισμών, τους βλέπουμε με εκείνο το βλέμμα συγκατάβασης και συμπάθειας που αρμόζει μόνο σε όσους κατά βάθος δεν απειλούν τη δική μας τάξη και ασφάλεια.

Οσο κοινωνικά γνώριμοι και οικείοι είναι ο Κόλλιας και ο Φώντας, άλλο τόσο είναι πολιτικά αδρανοποιημένοι. Για κωμωδία δεν μιλάμε εξάλλου;

Και ποιος φαντάζεται ποτέ ότι θα επιτύχουν τον σκοπό τους;

Είμαστε κατά βάθος σίγουροι ότι η πορεία τους θα σταματήσει στο επόμενο καφενείο (όπου προφανώς θα εξανεμιστεί και το τελευταίο πενηντάρι του Κόλλια)…

Το αληθινό όμως ξάφνιασμα βρίσκεται στο μέσον του έργου, όταν το σχέδιο του Φώντα αποκαλύπτεται πλέον μπροστά μας.

Ωστε λοιπόν αυτό ήταν! Μια αιφνιδιαστική απόβαση στην Μπιάφρα, το γέμισμα του φορτηγού πλοίου με νέγρους, και πάλι πίσω στην Ελλάδα, στα χνάρια ενός σύγχρονου δουλεμπορικού.

Εχω διατυπώσει και παλιά ότι αυτό το σχέδιο έχει αληθινά πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα και μάλιστα από τύπους με τους οποίους γελούσαμε κάποτε με την αγαθή «λαϊκότητά» τους.

Εχω πει ότι ο Κόλλιας και ο Φώντας είναι τόσο συμπαθητικοί όσο βρίσκονται στη μακριά και αγαπημένη αυλή τους.

Οταν ξεπορτίσουν, όταν ξεπεράσουν το καφενείο, θα φέρουν ως πρότυπα κάποτε τη χώρα στη δική τους αυλή.

Δεν καλώ κανέναν να δει αλλιώς το «Τάβλι». Απλώς ζητώ να δείξω ότι κινείται πέρα από τη χαριτωμένη κωμωδία και την πρόσκαιρη ηθογραφία, στο επίπεδο ενός ρεαλισμού που ούτε τόσο ακίνδυνος είναι, ούτε τόσο ελληνοστεγής.

Δούλοι από Αφρική

Και ιδού τώρα που αυτοί οι δύο Ελληνες ζητούν να φέρουν δούλους από την Αφρική. Θέλουν μεταφορικά να εκμεταλλευτούν ομοίους τους, ταξικά και πολιτικά, για να γίνουν αφεντικά.

Αντί να διακρίνουν την ομοιότητα με εκείνους που θέλουν να εξουσιάσουν, αντί να έλθουν σε ρήξη με το σύστημα, με δυο λόγια να διαφωτιστούν, θέλουν να αναρριχηθούν, έρποντας και ποδοπατώντας στο σάπιο σύστημα της διαφθοράς.

Η πολύτιμη ιθαγένειά μας στηρίζεται λοιπόν στην εκμετάλλευση ιθαγενών!

Φέρει τη νοοτροπία κυνισμού και αυτοσυντήρησης, την κουτοπονηριά και βέβαια την απελπισμένη αχτίδα μιας κάποιας διαφυγής από τη λιμνάζουσα ζωή μας.

Επιχείρημα πιο πολιτικό για τον Κεχαΐδη δεν γίνεται.

Για τις ερμηνείες ισχύει το εξής: από την άποψη της ηθογραφικής υποκριτικής το «Τάβλι» έχει τελειώσει.

Τι άλλο πια να πει κανείς; Η προσφορά των Σαμουήλ Ακίνολα και Στέφανου Μουαγκιέ είναι νομίζω αυτή: το να ξεχάσει κανείς τα εξωτερικά τους στοιχεία, απορροφώντας τα στον κώδικα της ερμηνείας τους.

Στο τέλος, λίγο μας ενδιέφερε το χρώμα: ήταν τόσο Ελληνες ώστε να είναι όμοιοι με τον καθένα, Ελληνα και μη. Με νεύρο και καλή διδασκαλία, με δουλεμένη στη λεπτομέρεια κίνηση, έδωσαν δύο περίφημους τύπους.

Η σκηνογραφία του Μιχάλη Σαπλαούρα γέμισε τη σκηνή με τις αποτυχημένες προσπάθειες πλουτισμού, μια τοιχογραφία διακαούς, αέναης αποτυχίας.

Με εντυπωσίασαν όμως τα κοστούμια, ειδικά τα παπούτσια. Δείχνουν με τη μια ποιοι είναι ο Κόλλιας κι ο Φώντας.