Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα πακέτα με τα δώρα του άγιου Βασίλη ήταν καλά κρυμμένα στην αποθήκη πίσω από την κουζίνα, μια παλιά κουβέρτα τα κάλυπτε επιμελώς, κανείς δεν θα μπορούσε να τα δει. Τουλάχιστον κανείς που δεν ενδιαφερόταν να ψάξει.

Θα τοποθετούνταν μπροστά στο τζάκι νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Τα δώρα τα είχαν διαλέξει η μαμά και ο μπαμπάς, και τα είχαν αγοράσει κρυφά, μια μέρα που τα μικρά έλειπαν στο σχολείο.

Ηταν η εποχή που τα παιδιά δεν έγραφαν στον άγιο τις επιθυμίες τους. Το δώρο ήταν ένας συνδυασμός των επιθυμιών -δεν ήταν δύσκολο να τις μάθουν οι μεγάλοι- με τις δυνατότητες της οικογένειας.

Το πιο περίπλοκο παιχνίδι ήταν μια κούκλα, που έκλεινε τα μάτια και έπινε νερό με μπιμπερό, ή ένας αυτοκινητόδρομος με πλαστικούς δρόμους γεμάτους ανηφόρες, στροφές και σιδερένια αυτοκινητάκια, που τα έβαζες ψηλά ώστε να κυλήσουν στους δρόμους έως το έδαφος.

Αν ο μικρός ήταν πιο μερακλής και ο μπαμπάς μπορούσε, ίσως αγόραζε ένα τρενάκι με μπαταρίες, που έτρεχε πάνω σε επίσης πλαστικές ράγες… Και βιβλία, ιδίως όταν το παιδί τα έπαιρνε τα γράμματα, ή ένα μάλλον ακριβό τότε επιτραπέζιο.

Ο μπαμπάς θα περίμενε να βεβαιωθεί ότι τα παιδιά κοιμήθηκαν και μετά θα άφηνε τα δώρα στο τζάκι.

Εκείνη τη χρονιά, δε, γύριζαν από τη γιορτή τόσο κουρασμένα από το παιχνίδι και το ξενύχτι, που αποκοιμήθηκαν στο αυτοκίνητο. Οταν όμως μπήκαν στο σπίτι, κοίταξαν με αγωνία το τζάκι.

Απογοήτευση. Ο άγιος δεν είχε έρθει ακόμα.

«Το πρωί, όταν ξυπνήσετε, θα έχει έρθει», είπε η μαμά, κατάκοπη κι εκείνη με τις ετοιμασίες των ημερών και τα μαγειρέματα για το οικογενειακό τραπέζι της επομένης. Ηθελε πια να ξεκουραστεί. «Θα δείτε, το πρωί που θα ξυπνήσετε».

«Θα μείνω ξάγρυπνη», είπε η πιο θαρραλέα κόρη. «Θα καθίσω εδώ στο σαλόνι και θα τον περιμένω. Θέλω να τον δω».

«Θα μας ξυπνήσεις κι εμάς;» ρώτησαν τρίβοντας τα νυσταγμένα μάτια τους τα αδελφάκια της.

Οι γονείς δεν είπαν τίποτα. Ηξεραν. Εβαλαν τα πιο μικρά για ύπνο, ξάπλωσαν κι εκείνοι.

Το κορίτσι έβγαλε τα παπούτσια της, εκείνα τα ολοκαίνουργα μαύρα λουστρίνια, δώρο του νονού, και φόρεσε τις πιζάμες της. Τα μάτια της έκλειναν, λίγο έλειψε να γείρει στο μαξιλάρι. Αλλά, όχι!

Δεν θα κοιμηθώ.

Πήγε στο σαλόνι, ακούμπησε τα παπούτσια της δίπλα σε αυτά των αδελφών της, μην μπερδευτεί ο άγιος και δεν ξέρει πού να βάλει το δικό της δώρο, και κάθισε στον καναπέ. Απέναντί της το χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηνε με κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και μπλε λαμπάκια.

«Αν μετρήσω τα φωτάκια και τα στολίδια, δεν θα με πάρει ο ύπνος», σκέφτηκε. Αγκάλιασε τον αρκούδο της και άρχισε το μέτρημα. Πρώτα τις κόκκινες μπάλες. Μία, δύο, τρεις,… οκτώ.

Μετά τις πράσινες. Μία, δύο, τρεις… Δεν κατάλαβε πότε τις είχε μετρήσει όλες. Ηταν πια η σειρά για τα φωτάκια. Ξανά. Ενα, δύο, τρία, τέσσερα…

Ο ήχος του κουδουνιού την έκανε να πεταχτεί. Κοίταξε γύρω της. Ηταν σκεπασμένη με κουβέρτα και το αρκουδάκι είχε πέσει στο χαλί. Εξω ήταν μέρα.

Ετρεξε στην πόρτα και άνοιξε γεμάτη αδημονία. Απογοήτευση. Ηταν ο μπαμπάς που έφερνε τη γιαγιά από το σπίτι της.

«Κι ο άγιος Βασίλης;», ρώτησε.

Η γιαγιά την αγκάλιασε και τη φίλησε.

«Κοίτα στο τζάκι», της είπε, «εκεί άφησε τα δώρα».

«Κοιμήθηκα. Κοιμήθηκα και δεν τον είδα» είπε απογοητευμένη.

Τα αδέλφια της είχαν ήδη αρχίσει να σκίζουν τα περιτυλίγματα φωνάζοντας από χαρά και γελώντας. Πήγε κι εκείνη κοντά τους.

Ενα κόκκινο πακέτο με κίτρινη και μπλε ριγέ κορδέλα την περίμενε κάτω από τα μαύρα λουστρίνια… Τι να είχε μέσα άραγε;