Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το παιχνίδι του τέλους» του Σάμιουελ Μπέκετ παίζεται στο Θέατρο Τέχνης, στη σκηνή της Φρυνίχου, από την ομάδα Χρώμα. Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής διάλεξε δύο γυναίκες ηθοποιούς να ερμηνεύσουν τους ρόλους του Χαμ και του Κλοβ. Τη Λυδία Κονιόρδου και την Ελενα Τοπαλίδου.

Εξω ένας κόσμος κατεστραμμένος, άδεια γη, άδειος ουρανός. Μέσα στο καταφύγιο δυο άντρες, οι μοναδικοί επιζήσαντες, περιμένουν το τέλος παίζοντας το χαμένο παιχνίδι με τον χρόνο. Συνδέονται με μια βασανιστική σχέση εξάρτησης. Ο Χαμ δεν βλέπει, δεν περπατάει, είναι καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα. Ο Κλοβ, αντίθετα, είναι καταδικασμένος να κινείται συνεχώς -«όταν θα κάτσω, θα κλάψω από ευτυχία», λέει.

Οι γεννήτορες του Χαμ, ο Ναγκ και η Νελ, χωρίς πόδια (τα έχασαν σε ποδηλατικό ατύχημα), αργοπεθαίνουν κλεισμένοι μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες.

Η ανθρώπινη ύπαρξη στο μικροσκόπιο της διεισδυτικής ματιάς ενός μεγάλου δραματουργού.

«Τέτοια σπουδαία έργα αποκαλύπτουν την αλήθεια της εποχής μας, φέρνουν μπροστά μας το νόημα της ζωής και μας κρίνουν ιστορικά, πολιτικά, πολιτιστικά», λέει ο Κωνσταντίνος Χατζής. «Ομολογώ ότι στις δέκα πρώτες αναγνώσεις δεν μπορούσα να επιβληθώ στο έργο. Σε κάθε φράση αναγνώριζα αυτό που συμβαίνει στη ζωή μας και γινόμουν ράκος.

Οι άνθρωποι ανακυκλωνόμαστε, δεν έχουμε ελεύθερη βούληση για τίποτα κι ας πιστεύουμε το αντίθετο.

Ο Μπέκετ ανασύρει την ουσία του ανθρώπου από τα έγκατα της ύπαρξης με ακρίβεια νυστεριού. Οπλα του είναι το χιούμορ, η αισιοδοξία, όχι μια “εύκολη” αισιοδοξία, αλλά μια πραγματική αισιοδοξία. Δεν σταματά να “παίζει”, ακόμα κι αν σε κάθε αρχή βρίσκεται πάντα το τέλος.

Με τα έργα του, και κυρίως στο συγκεκριμένο, δημιουργεί στον σκηνοθέτη ένα δύσκολο ζήτημα. Ο συγγραφέας κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους, τον τραγικό και την υπονόμευση του τραγικού, ισορροπία που πρέπει να κερδηθεί στην παράσταση».

Κι επειδή «το τέλος είναι φυλακισμένο μες στην αρχή», ο τίτλος της παράστασης του Κ. Χατζή αναποδογύρισε: «Το παιχνίδι του τέλους» («Endgame»).

«Διαβάζοντας προσεκτικά το “Τέλος του παιχνιδιού”, διαπιστώνεις την πρόθεση του Μπέκετ. Το παιχνίδι για τον Χαμ και τον Κλοβ δεν τελειώνει ποτέ. Ο τελικός μονόλογος του Κλοβ το προδίδει: “Θα παίξουμε το παιχνίδι με άλλους όρους. Δεν θα μιλάμε…”. Πρόκειται λοιπόν για κυκλικές παρτίδες ενός παιχνιδιού που ολοκληρώνονται, για να αρχίσει ένα καινούργιο παιχνίδι.

Το έργο μάς ζητάει να αφεθούμε στην αθωότητα και την επικινδυνότητα που κρύβει ένα παιχνίδι στα χέρια των μεγάλων. Να αφεθούμε στον αέναο κύκλο, σ’ αυτό που ποτέ δεν τελειώνει, που ποτέ δεν θα τελειώσει. Αυτή είναι η τραγικότητα όλων των όντων. Ολοι έχουμε επίγνωση του τέλους κι όμως συνεχίζουμε. Μας οδηγεί η φύση, η ύπαρξή μας, η κίνηση της ζωής».

Ο Μπέκετ παίζει με τα ονόματα των ηρώων φτιάχνοντας ένα έργο για ένα σφυρί και τρία καρφιά: Χαμ («σφυρί»), Κλοβ, Ναγκ και Νελ («καρφιά»).

«Ο Κλοβ εμφανίζεται ως καταπιεσμένος από την εξουσία του Χαμ. Ωστόσο, τα όρια δεν είναι πολύ διακριτά. Ο ένας δεν μπορεί χωρίς τον άλλον, δεν υπάρχει καλός και κακός. Ο Χαμ είναι βασιλιάς χωρίς υπήκοο. Στον Μπέκετ δεν λειτουργούν μόνο οι συμβολισμοί, αλλά και κάτι εξαιρετικά γειωμένο -το βλέπεις σε μια προσεκτική ανάγνωση. Οι ήρωές του είναι αληθινοί άνθρωποι.

Το παράλογο που συνηθίζουμε να του αποδίδουμε δεν είναι παρά το παράλογο της ίδιας της ύπαρξης. Ο πεσιμιστής, σκοτεινός, δυσνόητος, αρνητικός Μπέκετ αρχίζει πάντα από το “φως” και καταλήγει πάντα στο «φως». Δεν έχει σημασία αν στη “μέση” της διαδρομής επεξεργάζεται το βαθύτερο σκοτάδι».

Ο Κ. Χατζής δεν περιορίζεται στο συμβολικό, στο εγκεφαλικό, δεν υποτιμά τη ρεαλιστική προσέγγιση του έργου.

«Εξηγείς τον διάλογο, αναζητείς την αλήθεια κάθε φράσης και ο θεατής ακολουθεί μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος. Μετά αρχίζεις να χτίζεις τη φόρμα, την οποία όμως σου δίνει ο ίδιος ο Μπέκετ και μάλιστα σχολαστικά.

Στην πραγματικότητα η Νελ και ο Ναγκ δεν είναι παρά οι ηλικιωμένοι γονείς που ζουν στριμωγμένοι σε διαμερισματάκια ή γηροκομεία. Ανήμποροι, κωμικοί, έτσι όπως προβάλλεται πάνω τους η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η σχέση τους συγκλονιστική: δεν μπορούν πια να φιληθούν, να αγγιχτούν μετά από τόσα χρόνια. Ο Χαμ αναρωτιέται τι κάνει ο Ναγκ και συγχρόνως σχολιάζει: ξεχνιούνται γρήγορα οι νεκροί».

Ενα λευκό πάτωμα το σκηνικό και όλα εκείνα τα αντικείμενα του παιχνιδιού που ζητάει ο συγγραφέας πάνω στη σκηνή.

«Η Λυδία Κονιόρδου έκανε μια εξαιρετική μετάφραση, πολύ κοντά στη γλώσσα του Μπέκετ. Ακολουθήσαμε πιστά όλους τους αυστηρούς κανόνες του συγγραφέα. Τον ρυθμό, το αγγλοσαξονικό χιούμορ, τις σιωπές, τις παύσεις. Το έργο είναι λες και γράφτηκε με χρονόμετρο, σαν μουσική παρτιτούρα του Μπετόβεν, με τόνους, κρεσέντα, χρωματισμούς».

Info:

Μετάφραση: Λυδία Κονιόρδου. Σκηνοθεσία-φωτισμοί: Κωνσταντίνος Χατζής. Σκηνικά-κοστούμια: Λυδία Κονιόρδου-θίασος. Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Ξυδάκης. Παίζουν ακόμα: Τζίνα Θλιβέρη, Γεωργία Τσαγκαράκη.