Συγκίνηση και βαθιά νοσταλγία προκαλεί στους σύγχρονους του θρυλικού περιοδικού το ξεφύλλισμα των περιπετειών του «Μικρού Ηρωα», ευγενική προσφορά της «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου προς το αναγνωστικό κοινό. Στους νεότερους δίνει σπουδαίες ιδέες. «Ούτε ο ίδιος ο Στέλιος Ανεμοδουράς μπορούσε να φανταστεί, ξεκινώντας τις αφηγήσεις του, πως δημιουργούσε ένα έπος που σηματοδότησε τον Χρυσό Αιώνα του ελληνικού παιδικού λαϊκού αναγνώσματος», σημειώνεται στον πρόλογο της έκδοσης. Ούτε καν υπέθετε, πιθανολογώ, ότι τα κείμενά του θα διατηρούσαν μια αξιοθαύμαστη επικαιρότητα δεκαετίες έπειτα από τη συγγραφή τους.
Παραφράζοντας ελαχίστως τα ονόματα και αλλάζοντας ανεπαίσθητα το σενάριο, θαρρεί κανείς πως η σμίλη του Ανεμοδουρά αναπαριστά ανάγλυφα τη σημερινή εποχή. Δείτε ένα απτό παράδειγμα: Ο αιωνίως πεινασμένος και αχόρταγος Νίκος Οφείλεις, καλούμενος άλλως και Σπίθας εξαιτίας του σπινθηροβόλου του πνεύματος, κάνει την αποκοτιά να εισβάλει στην κουζίνα του ξενοδοχείου Χίλτον, να αφήσει με δεινά χτυπήματα λιπόθυμους πέντε σεφ και να κατασπαράξει όλο το κρέας που προοριζόταν για το δείπνο των εκπροσώπων των κατακτητών, του μισητού κουαρτέτου.
Ισοπεδώνει τα πάντα στο διάβα του και προλαβαίνει, μόλις εισέρχονται οι σεκιουριτάδες, να κρυφτεί κάτω από ένα κασόνι δίπλα στα τελάρα με τις ντομάτες και τα μαρούλια. «Είστε ζώα», φωνάζει έξω φρενών από τον θυμό του ο μπόντιγκαρντ στους μαγείρους, που εν τω μεταξύ έχουν αρχίσει να συνέρχονται. «Ενα παιδί μπήκε εδώ μέσα, έθεσε εκτός μάχης τόσους άνδρες, έφαγε το μοσχαρίσιο φιλέτο των ερίτιμων αξιωματούχων, χωρίς μάλιστα να καταβάλει ΦΠΑ 23%, και έφυγε ανενόχλητο».
Θριαμβευτής ο Νίκος Οφείλεις τρίβει τα χέρια και το γεμάτο στομάχι του από τη χαρά του. Αφού οι Γερμαναράδες πιστεύουν πως έφυγε, δεν κινδυνεύει να ψάξουν να τον βρουν. Ξαπλώνει λοιπόν αναπαυτικά στο ευμέγεθες κιβώτιο και παρατηρεί τα τεκταινόμενα από μια χαραμάδα. Χαμογελά βλέποντας την αναστάτωση που επικρατεί στις φουφούδες και τις γκαζιέρες, καθώς πανικόβλητοι οι εστιάτορες αυγοκόβουν σκέτα ζαρζαβατικά για να μη μείνουν θεονήστικοι οι ανάλγητοι αρμοστές της χώρας.
Αργότερα ορμούν στον χώρο τα ίδια τα μέλη του κουαρτέτου. «Ετοιμάστε ακόμα ένα σερβίτσιο και εξαφανιστείτε», διατάζουν τους εμβρόντητους υπαλλήλους. Τους συνοδεύει ένας καταβεβλημένος άνδρας με τον γιακά της καπαρντίνας του ανασηκωμένο μέχρι τ’ αυτιά. Πρόκειται για καθηγητή εγκληματολογίας, διπλό πράκτορα, που έχει κατορθώσει να διεισδύσει με το ψευδώνυμο Ιωάννης Πανουσίδης σε παράνομη οργάνωση Ποντίων και να αποσπάσει αρχεία με απειράριθμα συμβόλαια, ούτως ώστε να υφαρπαγούν τα σπίτια των υπόδουλων Ελλήνων.
Σε ένα στικάκι τα είχα αποθηκεύσει, αναφωνεί ο γιαλαντζί Πόντιος, αλλά όσο κι αν ψάχνει στις τσέπες του στέκεται αδύνατον να το εντοπίσει. Του είχε πέσει προηγουμένως στο καφάσι με τα σαλατικά και το σούφρωσε αθέατος ο δαιμόνιος Σπίθας. Στο κρησφύγετο του Μεγάρου Μαξίμου φτάνει αργά. Ο Αλέξης Θαλάσσης, όστις διαρκώς τα θαλασσώνει, και η Κατερίνα Ολγοβασίλη περιμένουν την επιστροφή του, κοντεύοντας να σκάσουν απ’ την αγωνία τους. Ο Νίκος Οφείλεις τούς εξιστορεί τα καθέκαστα και τους παραδίδει το τσιπάκι. «Συγχαρητήρια! Σώσαμε την πρώτη κατοικία του λαού», ξεροκαταπίνουν ανακουφισμένοι εκείνοι. «Ασε τώρα τον Πανουσίδη να γράφει το καινούργιο του μυθιστόρημα».
