Βλάσης Κωστούρος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επιμένει να διατηρεί χαμηλούς τόνους, τι κι αν στο αίμα της κυλά αίμα ικαριώτικο. Η Ελευθερία Αρβανιτάκη, των μεγάλων δίσκων, της σπουδαίας καριέρας, της κρυστάλλινης φωνής και των αξέχαστων τραγουδιών, που αγαπιέται από το κοινό για πάνω από 30 χρόνια και γεμίζει ασφυκτικά τους χώρους των συναυλιών της -ακόμα και σε εποχές capital controls-, διατηρεί μια πλευρά αινιγματική και απροσπέλαστη. Μια εγκράτεια που, όσο κι αν εμποδίζει τους θαυμαστές της να τη μάθουν λίγο καλύτερα και να συνδεθούν μαζί της ακόμα περισσότερο, διατηρεί και δικαιώνει μια πολύ συγκεκριμένη στάση ζωής.

Αυτή που ορίζει ότι τα ψηλά τακούνια της σκηνής μπορούν και πρέπει να ισορροπούν με τα χαμηλά παπούτσια της κανονικής ζωής. Εκείνα που σε κάνουν να νιώθεις καλύτερα την επαφή σου με το έδαφος.

«Νομίζω πως ανέκαθεν είχα την αίσθηση του μέτρου. Η φύση μου ποτέ δεν κοίταξε προς την υπερβολή», μας λέει, ενώ ετοιμάζεται για την αυριανή συναυλία της στο Θέατρο Βράχων. «Σίγουρα σ’ αυτό συνέβαλαν τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στον Πειραιά σε μια εποχή που η αίσθηση της γειτονιάς και του “έξω” αποτελούσε σήμα κατατεθέν. Εκεί υπάρχουν και όμορφες αλλά και δύσκολες αναμνήσεις.

»Η παιδική μου ηλικία ήταν γλυκιά αλλά όχι ανέμελη. Είχε σημαντικές προσωπικές απώλειες, σύννεφα, αλλά και πολύ δυνατούς ήλιους. Μιλώ για ανθρώπους σοφούς που είχα την τύχη να συναντήσω και να με διδάξουν την αξία της γνώσης. Μου άνοιξαν ένα παράθυρο σε μια άλλη αντίληψη των πραγμάτων, με έκαναν να βλέπω πέρα από τα στεγανά του άσπρου και του μαύρου, να γοητεύομαι από τις ζώνες του γκρι. Ολα αυτά με καθόρισαν».

«Εμπιστεύομαι το ένστικτό μου»

Την εποχή του ‘80, που πρωτοσυστήθηκε ως τραγουδίστρια, όντας η φωνή της Οπισθοδρομικής Κομπανίας που όργωνε την Ελλάδα και ξεσήκωνε τον κόσμο με αλησμόνητα γλέντια, τη θυμάται σαν μια εποχή αθωότητας. «Ηταν μια περίοδος αισιοδοξίας, ευμάρειας και συμμετοχής. Μια περίοδος ανεμελιάς και χαράς για μένα αλλά και για την Ελλάδα ολόκληρη». Της λέω πως δεν είχε να υπερασπιστεί και τίτλους τότε, όπως το «Ελευθερια Αρβανιτάκη – σπουδαία ερμηνεύτρια».

«Σίγουρα, γιατί ήμουν μέλος μιας ομάδας που συναποφάσιζε, χώρια που την ενασχόλησή μου με το τραγούδι την έβλεπα και λίγο ερασιτεχνικά τότε. Κοιτάξτε, όλα αυτά με τους τίτλους εγώ τα ακούω κάπως βαρύγδουπα και στομφώδη. Ποτέ δεν έμεινα σ’ αυτό. Θεωρώ ότι έχω τραγουδήσει πολύ ωραία τραγούδια, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που θα μπορούσα. Ως εκεί». Παρά ταύτα, η διαχείριση του ταλέντου της δεν τη δυσκόλεψε ποτέ; «Παρατηρώ ότι όσο μεγαλώνω και προχωρώ στον δρόμο της μουσικής, η αγωνία μου αντί να μετριάζει, μεγαλώνει. Εχω αισθανθεί πολλές φορές ανεπαρκής, αλλά οι καλλιτέχνες έχουμε την τύχη μέσω της τέχνης να ξορκίζουμε τις αδυναμίες μας».

Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στην επιτυχία. Η ανάδειξη των προτερημάτων ή η σωστή διαχείριση των ελαττωμάτων μας; «Και τα δυο», μου απαντά. «Θεωρώ ότι ορίζουμε τους στόχους μας και τους εκπληρώνουμε ανάλογα με το πόσο πολύ τους έχουμε ποθήσει. Εγώ εξαρχής αισθάνθηκα την ανάγκη να βρω τον τρόπο που θέλω να υπάρχω μέσα από την τέχνη μου, σε τι πρέπει να πω “ναι” και σε τι “όχι”. Κι αυτό είναι ένας διαρκής αγώνας που έχεις με τον εαυτό σου. Εμπιστεύομαι πολύ το ένστικτό μου και φυσικά κάνω πολλά λάθη. Αλλά αυτά τα ξέρω μόνο εγώ».

Το ένστικτό της ήταν αλάνθαστο, ειδικά όσον αφορά το ρεπερτόριο; «Ολα τα τραγούδια που έχω πει έλεγαν και λένε κάτι μέσα μου. Ακόμα κι αν δεν αντικατοπτρίζουν ένα προσωπικό μου βίωμα, αισθάνομαι την ανάγκη να υπηρετήσω το αίσθημα του δημιουργού έτσι όπως το βλέπω κλεισμένο σε ένα σπουδαίο τραγούδι».

Λέει πως δεν υπάρχουν τραγούδια που να γράφτηκαν για την ίδια και να αναφέρονται σε μια πολύ προσωπική της στιγμή, υπάρχουν όμως αρκετά που προέκυψαν έπειτα από κοινούς προβληματισμούς που μοιράστηκε σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις της με δημιουργούς. Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι το «Ατομα» σε στίχους Νίκου Μωραΐτη, αλλά και το «Κρατήσου από μένα», το ντουέτο με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε στίχους Λήδας Ρουμάνη, που συναντάμε στον τελευταίο της δίσκο «9 + 1 ιστορίες». «Ειδικά τα “Ατομα” προέκυψαν έπειτα από ατέλειωτες συζητήσεις που είχα με τον Νίκο για το δύσκολο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό των καιρών. Κλείνει μέσα του τον φόβο της έκπτωσης και της σκληρής ενηλικίωσης που νιώθουμε όλοι σήμερα, αλλά ταυτόχρονα μιλά για την ανάγκη στην αθωότητα».

«Γεμάτη» και τυχερή

Αναμένει με αγωνία την αυριανή της συναυλία, όπου στη σκηνή θα συναντήσει τον Νίκο Ξυδάκη και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, δύο συνθέτες που «χάραξαν τη μουσική μου πορεία με τρόπο καθοριστικό», όπως λέει. Κοντά της και δύο συνθέτες από τη νέα γενιά, που τόσο θαυμάζει, ο Θέμης Καραμουρατίδης και ο Στάθης Δρογώσης, τραγούδια των οποίων συμπεριέλαβε στο τελευταίο της άλμπουμ. Μια συνάντηση κορυφής σαν εκείνη του 1995 στους Βράχους με τους Αρμένιους Αρα Ντινκτζιάν και Αρτο Τουκμπογιατζιάν.

Από το 1995 μέχρι το 2015 έχουν αλλάξει πολλά. Το ίδιο και η σχέση της με το κοινό; «Από τον κόσμο εισπράττω πάντα μια μεγάλη οικειότητα και χαίρομαι γι’ αυτό. Με συγκινεί όταν έρχονται και μου λένε “δεν με ξέρεις, αλλά εμείς είμαστε φίλοι. Εχουμε μοιραστεί πράγματα μαζί”. Το να είσαι στη σκηνή είναι ένας μικρός εθισμός, αλλά ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη συγκίνηση που μπορείς να λάβεις. Το αν χρειαστώ απεξάρτηση, θα το καταλάβουμε όταν αποφασίσω να σταματήσω», λέει.

Μιλώντας για τα τραγούδια της, είναι λες και μιλάει για τα παιδιά της. «Ενα τραγούδι είναι σημαντικό όταν έχει διάρκεια στον χρόνο, όταν ο στίχος και η μουσική του μένουν αναλλοίωτα και μπορούν να ανατριχιάσουν εξίσου έναν 15χρονο κι έναν 60χρονο ακροατή», τονίζει η Ελευθερία Αρβανιτάκη. Η Ελευθερία που σήμερα μοιάζει πιο ώριμη και συνειδητοποιημένη από ποτέ. Πώς αλλιώς μπορεί να δηλώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Αν χρειαστεί να αφήσω τώρα το τραγούδι, θα το κάνω με μεγάλο χαμόγελο. Νιώθω ότι δεν έχω ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή, ότι είμαι ένας γεμάτος και πολύ τυχερός άνθρωπος».

Info:

Αύριο στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη». Μαζί της οι: Νίκος Ξυδάκης – Δημήτρης Παπαδημητρίου, Θέμης Καραμουρατίδης – Στάθης Δρογώσης. Τιμές εισιτηρίων: 10, 12 €. Προπώληση 14 € στο ταμείο.