Αθηνά Μιχαλακέα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Τριαρίδης έχει αρθρώσει ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής δουλειάς του στη βεβαιότητα της αμφίπλευρης σύνδεσης του παρόντος μας με τον κόσμο του Ολοκαυτώματος.

Η ρήση του Αντόρνο ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Αουσβιτς» μεταλλάσσεται για τον Τριαρίδη στη βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη αφήγηση χωρίς το Αουσβιτς, χωρίς το θάμπος του καπνού των στρατοπέδων, χωρίς τη συνειδητοποίηση του ολέθρου του καθαρού λόγου και της διαλεκτικής μας.

Ο «Μένγκελε» αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη προσπάθειά του να εισχωρήσει στη λειτουργία του θύτη στην ανθρώπινη κατάσταση μέσω μιας υπόθεσης εργασίας.

Συγχρόνως, καταθέτει την αποδοχή της παροντικής ευθύνης απέναντι στη βιωμένη ιστορική κτηνωδία ως μονόδρομο για την επαναδιατύπωση του αινίγματος της αγάπης.

Σε δύο ρόλους

Οπως όλα τα θεατρικά έργα του Θανάση Τριαρίδη, έτσι και ο «Μένγκελε» είναι οριακά παραστάσιμος.

Δύο άνθρωποι, ένας άντρας και μια γυναίκα, κάθονται αντικριστά στο βαγόνι ενός τρένου και εκεί συνομιλούν, αλλάζουν ταυτότητες, συγκρούονται, σπαράσσονται, αναζητούν τη –διαφορετική για τον καθένα τους– λύτρωση.

Ο Κώστας Φιλίππογλου αντιμετωπίζει την πρόκληση της ακινησίας αποδομώντας την αυστηρή κειμενική συνθήκη του τρένου και βάζοντας τους ηθοποιούς να σηκώνονται από τα καθίσματά τους και σταδιακά να κινούνται όλο και πιο ελεύθερα.

Οι κρυμμένες τους ταυτότητες αναδύονται στην επιφάνεια, το κακό συνυπάρχει με το καλό, η ανάγκη για αγάπη με την ανάγκη για επιβολή κι εξόντωση του Αλλου, ο Αλλος γίνεται Εαυτός και ο Εαυτός Ανθρωπότητα, και ο θεατής γίνεται συνένοχος.

Κορύφωση της τριλογίας που ξεκίνησε με το «La ultima noche ή οι Καρχαρίες» και συνεχίστηκε με το «Historia de un amor ή τα Μυρμήγκια», ο «Μένγκελε» ακολουθεί το ίδιο μοτίβο της αυτο-παγίδευσης των ηρώων μέσα στη συνθήκη ενός παιχνιδιού που έχουν δημιουργήσει.

Η πρώτη σκηνή επαναλαμβάνεται ως σύμβαση, με κάθε επανάληψη να σηματοδοτεί αλλαγή κατεύθυνσης της πλοκής.

Στο αρχικό παιχνίδι υπεισέρχεται ένα δεύτερο που θα αποτελέσει τη φυλακή τους. Το παιχνίδι «αν είσαι, είμαι…» είναι κατάδυση στον βυθό των ερωτικών σχέσεων, των εξουσιαστικών τάσεων των ερωτικών συντρόφων, η επιθυμία τους για εξόντωση του άλλου.

Για τον Μ. είναι και η προσπάθεια να βιώσουν την αγάπη, στην οποία η Ε. όμως εξαρχής έχει διακηρύξει ότι δεν πιστεύει – γι’ αυτό κι επιλέγει να θυσιαστεί, ώστε να εξοντώσει τον Μ. ψυχικά και πνευματικά, να ισοπεδώσει την υπόστασή του.

Κι όλα αυτά ενώ οι ήρωες επιλέγουν να ενσαρκώσουν τον Μένγκελε, τον άγγελο του θανάτου, και το θύμα του, την Εσθήρ.

Ο Μένγκελε (και το Ολοκαύτωμα συνολικά) έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως το απόλυτο Κακό.

Γι’ αυτό και στην αρχή του παιχνιδιού ο Μ. είναι θύτης, που πλάθει και καθορίζει τη ζωή της Ε. – και που αγαπά.

Οι όροι όμως αντιστρέφονται∙ η Ε. καταφέρνει να ερμηνεύσει τον Μένγκελε κι εν τέλει γίνεται το Κακό. Το παιχνίδι είναι εξαρχής βίαιο, ο Μ. και η Ε. είναι εξαρχής απέναντι στον άλλον.

Η μόνη λύτρωση που μπορεί να υπάρξει είναι μέσω της καταδίκης του Μ. –από την ίδια την Ιστορία, αλλά μέσω του συμβολικού (;) αφανισμού του μόνου πλάσματος που αγάπησε.

Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία όμως είναι η κατίσχυση μιας «υπόθεσης εργασίας» που επινοήθηκε ένα βράδυ σε κουπέ τρένου ως πραγματικότητα.

Το τρένο μπορεί να μείνει σταματημένο μέσα στη νύχτα, αλλά ο άνδρας και η γυναίκα δεν θα μπορούν ποτέ να βγουν από το βαγόνι – ό,τι βίωσαν είναι πια Ζωή.

Ο φόβος

Το διανοητικά ακραίο οικοδόμημα του Θανάση Τριαρίδη στηρίζεται γερά στη σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου, αλλά και στις καθηλωτικές ερμηνείες του Λάζαρου Γεωργακόπουλου και της Μυρτώς Αλικάκη.

Ο Λ. Γεωργακόπουλος φαίνεται να έχει εγκολπωθεί τον ρόλο του Μένγκελε και παραδίδει μια ερμηνεία αιματωμένη και σπαρασσόμενη από την αρχή ώς το τέλος.

Η Μυρτώ Αλικάκη στον ρόλο της Εβραίας Εσθήρ μεταμορφώνεται σε φορέα της Ιστορίας, ενώ η κορύφωσή της στις τελευταίες σκηνές είναι εντυπωσιακή και βαθιά συγκινητική.

Στον πυρήνα της σκέψης τού Τριαρίδη βρίσκεται η παραδοχή του Πρίμο Λέβι (του «σημαντικότερου συγγραφέα του μεταπολεμικού κόσμου») ότι ζούμε μια εκεχειρία, μια ανακωχή –πως «όπου να ‘ναι θ’ ακούσουμε πάλι το ξενικό παράγγελμα: Wstawać».

Οι επιζώντες (η Ανθρωπότητα) οφείλουμε να ζήσουμε όχι αναμένοντας τον όλεθρο, αλλά υπάρχοντας και μιλώντας για την άβυσσο του εαυτού μας.

Αυτό είναι και το στοίχημα για τον θεατή του Μένγκελε.