Ανοιξα το βιβλίο της Μαρίας Σκαμάγκα «Πληγές στο δειλινό» (εκδόσεις Ωκεανός), που δίπλα στο κρεβάτι μου περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Το βράδυ με μυθιστορήματα βαραίνουν τα βλέφαρα. Μια όμορφη συνέχεια των παραμυθιών που μας έλεγαν όταν ήμασταν παιδιά – και τώρα που μεγαλώσαμε πάλι μας λένε, αλλά πια έχουν μόνο δράκους. Αλλα βιβλία είναι για μελέτη, ακουμπισμένα σε γραφείο ή σε τραπέζι, κι άλλα, όπως τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα και η ποίηση, σου επιτρέπουν να αφήνεσαι σε πιο βολικές στάσεις, χαλαρωτικές.
Και αρχίζει η γλυκιά ανάγνωση, η αρχή μιας γνωριμίας – που είναι άγνωστο πού θα οδηγήσει. Σε απόλυτη ευχαρίστηση, σε στιγμές συγκίνησης, σε κάποιο χαμόγελο, σε φευγαλέες σκέψεις, σε συγκρίσεις, σε απόλαυση; Αυτά κι ακόμη περισσότερα· όλο το φάσμα των συναισθημάτων και των αισθημάτων μπορεί να κινητοποιήσει η γραφή.
Σ’ αυτή την αρχή βρισκόμουν ακόμη όταν στη σελίδα 18 διαβάζω: «Κοίταξε το παράθυρο και είδε από τους καπαντζέδες να τρυπώνει το πρώτο φως της Παρασκευής στο δωμάτιο». Καπαντζέδες! Τι λέξη! Πώς την είχα ξεχάσει; Και νόμιζα πως όσες λέξεις χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου, γεννημένος στην Ιμβρο, τις θυμόμουν. «Βαΐτσα, τράβα τους καπαντζέδες», έφτασε η φωνή του στα αυτιά μου.
Υπέροχο δώρο, απρόσμενο, ήταν αυτή η λέξη, που είναι καταγραμμένη, αλλά ως «κλουβιά-παγίδες». Σωστό κι αυτό. Αλλωστε οι καπαντζέδες τον ήλιο και το φως παγιδεύουν… Στη Θράκη τις παγίδες τις λέμε καπάντζες. Τι όμορφα δεσίματα!
Καθώς διάβαζα χωρίς ανάσα το βιβλίο της Μαρίας Σκαμάγκα, έπεσα και σ’ άλλες πολλές (μπουρμάδες, σίλτζι, κουσέλι, κατιμάς, τσενιές, γκερεμές, σουρμές, καμπάκες, πασβάντης, μπαχαρτζίδικα, ντελβές, μπουσκιουρντίζω), αλλά μόνο σε καμιά δεκαριά υπήρχε η εξήγηση στο κάτω μέρος της αντίστοιχης σελίδας, ίσως γιατί από την πρώτη στιγμή η συγγραφέας ήταν σίγουρη πως οι λέξεις των προσφύγων βρίσκονται όλες στη μνήμη μας.
Η Μαρία Σκαμάγκα «ανταμώνει» τους πρωταγωνιστές της στα 1936. Τους φέρνει από τα αγαπημένα τους μέρη της Μικρασίας, με όλα τα καλά και τα κουσούρια τους, με τις αναμνήσεις τους, με τις πληγές τους, και τους απιθώνει με αγάπη στον προσφυγοσυνοικισμό της Καισαριανής. Και ζει μαζί τους τούς αγώνες, τα πάθη, τους έρωτές τους, τους γάμους και τα γεννητούρια, που μπλέκονται με την κατοχή και τον εμφύλιο. «Τα πανό τα κρατούσαν και χέρια που δεν ήξεραν να διαβάζουν, αλλά που πείνασαν πολύ και ήλπιζαν…»
Ετσι, γνώρισα κι εγώ τον Δημητρό με το Καλλιοπάκι, που ξυπόλυτο χόρεψε το πρώτο ερωτικό βαλσάκι. Τον Ηλία και τη Μαρία, που «ζουν τον κόκκινο, απαγορευμένο από θεό κι ανθρώπους έρωτα». Τον παραδομένο στο ποτό και την αμπελοφιλοσοφία μπαρμπα-Νίκο· την κυρά Ουρανία, που ξενοπλένει για να μορφώσει τα παιδιά της, όχι όλα, αλλά η μονίμως σε αναταραχή Ελλάδα τουμπάρει συνεχώς τα όνειρά της.
Την Πέρσα, τον παππού Στρατή, τον Μένιο τον ρεμπεσκέ, την νταβραντισμένη Ευρυδίκη και το μυστικό της που το αγκάλιασαν όλες οι γυναίκες της γειτονιάς με όρκο βαρύ… Τον φούρναρη Μπερτόλη που «ερχότανε στα οπαλάκια του και καβγάδιζε με τις γυναίκες που ζούπαγαν τις φραντζόλες για να διαλέξουν», τον Πετράκη τον «Ψαχούλα», που τα καλοκαίρια παραμόνευε πότε θα πάει «ο σύζυγος στον καμπινέ και τσουπ, λούφαζε κάτω απ’ το σεντόνι στη θέση του κύρη κι ό,τι προλάβει να χουφτιάσει» από την κυρά.
Δεν μπορούσα να παρατήσω τις ιστορίες τους, δεν έβρισκα σημείο να τσακίσω τη σελίδα για αύριο… Συνέχισα μέχρι να βάλει την τελεία της η Μαρία Σκαμάγκα, μ’ ένα δυνατό «αλληλούια» του Δημητρού να σκίζει τον ουρανό του Τζιμόβασι και να επουλώνει μία από τις «πληγές του δειλινού».
