Πολλοί Ελληνες πολίτες θέτουν το ερώτημα για το νόημα των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου. Αναρωτιούνται: από τη στιγμή που μπήκε υπογραφή σε ένα τρίτο μνημόνιο, ποιος ο λόγος να ξαναστηθούν κάλπες και μάλιστα επτά μόλις μήνες μετά τη λαϊκή ετυμηγορία. Οι εύλογες απορίες τους αφορούν το διακύβευμα των εκλογών.
Σε πρώτο επίπεδο η απάντηση είναι ότι οι κάλπες ήταν αναπόφευκτες μετά την πολιτική και ψυχική διάσπαση που επήλθε στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και την ανατροπή της κυβέρνησης από την πτέρυγα Λαφαζάνη για καταφανώς ιδεοληπτικούς λόγους.
Σε δεύτερο επίπεδο, η απάντηση σχετίζεται με το ουσιαστικό διακύβευμα των εκλογών. Οι Ελληνες πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν εάν η σωστή επιλογή ήταν η «συνθηκολόγηση» και ο αναγκαστικός συμβιβασμός με τους εταίρους-δανειστές ή η απόλυτη πτώχευση και η επιστροφή στη δραχμή. Και βεβαίως, ποια κόμματα εγγυώνται ότι μπορούν να οδηγήσουν την Ελλάδα στο τέλος των μνημονίων με ασφάλεια, σταθερότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.
Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τη συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου ότι δεν διαπραγματεύτηκε. Κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει ότι παραδόθηκε αμαχητί, ότι παρέδωσε τα όπλα. Πολύ περισσότερο, δεν δικαιούνται να μας κατηγορούν τα κατεστημένα κόμματα, η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, καθώς και το Ποτάμι, που όχι μόνο αντιτάχθηκαν στο μεγαλειώδες δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, αλλά και μας πίεζαν -με κινήσεις εντός και εκτός Ελλάδας- να υπογράψουμε άρον άρον μια οποιαδήποτε συμφωνία.
Δώσαμε επί μήνες έναν πραγματικά υπέροχο αγώνα για να φέρουμε μια επωφελή για τη χώρα μας συμφωνία. Λόγω της σκληρής στάσης της ελληνικής κυβέρνησης τέθηκε με επιτακτικό τρόπο ζήτημα για την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης και τις πολιτικές που ακολουθεί έναντι των μελών της και προκαλέσαμε ρωγμές στο νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό κατεστημένο. Την παραδοχή αυτή έκανε ο ίδιος ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας, Εμανουέλ Μακρόν, όσο και αν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας προσπαθούν να το απαξιώσουν.
Καταλήξαμε σε έναν δύσκολο και αναγκαστικό συμβιβασμό. Το τελικό αποτέλεσμα, αναμφίβολα, δεν είναι αυτό που επιδιώκαμε και θα θέλαμε. Οι Ανεξάρτητοι Ελληνες έχουμε πλήρη συνείδηση ότι, παρέχοντας πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό κ. Τσίπρα, αποτρέψαμε το σχέδιο Σόιμπλε να πετάξει τη χώρα μας μέσα σε μια νύχτα έξω από την Ευρώπη και να οδηγηθούμε στην απόλυτη πτώχευση.
Η Ελλάδα θα είχε οδηγηθεί σε έξοδο όχι μόνο από την ευρωζώνη, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ενωση και θα επιστρέφαμε σε εθνικό νόμισμα το οποίο δεν θα είχε τις συναλλαγματικές εγγυήσεις για τις οικονομικές σχέσεις μας με τις άλλες χώρες και ταυτόχρονα θα έπρεπε να διαχειριστούμε 3 εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες που δεν θα είχαν τη δυνατότητα να κατευθυνθούν στις χώρες της Ευρώπης όπου επιθυμούν να πάνε. Αρα, η όποια άλλη «λύση» θα ήταν η κόλαση.
Η επιστροφή στη δραχμή που ονειρεύονται, αλλά δεν διακηρύσσουν ανοιχτά οι υπερασπιστές της, όπως το κόμμα του κ. Λαφαζάνη, θα επέφερε την οικονομική και κοινωνική καταστροφή των πιο ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων και θα οδηγούσε ακόμη περισσότερους Ελληνες στην ανεργία και τη φτώχεια. Παρότι η απόφαση που πήραμε ήταν δύσκολη, είμαστε περήφανοι για τη στάση μας. Μπορεί να συνθηκολογήσαμε, αλλά δεν παραδοθήκαμε ούτε θα παραδοθούμε στους δανειστές μας.
Οι Ανεξάρτητοι Ελληνες δεν γίναμε και ούτε θα γίνουμε ποτέ μνημονιακοί. Δεν υποστείλαμε ούτε θα υποστείλουμε τη σημαία της εθνικής κυριαρχίας. Εχουμε πλήρη συναίσθηση ότι με τη στάση μας κρατήσαμε την πατρίδα μας ζωντανή, στηρίζοντας τη μόνη κυβέρνηση που διαπραγματεύτηκε σκληρά και μέχρι τέλους όλα τα τελευταία μνημονιακά χρόνια.
Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι οι πολίτες που μας στήριξαν στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα εκτιμήσουν την υπεύθυνη και πατριωτική στάση του Πάνου Καμμένου και των Ανεξάρτητων Ελλήνων και θα μας δώσουν τη δυνατότητα να αποτελέσουμε τον σταθεροποιητικό παράγοντα στην προσπάθεια επανεκκίνησης της οικονομίας και να εγγυηθούμε την κυβερνητική σταθερότητα στην κατεύθυνση μιας προοδευτικής και έντιμης διακυβέρνησης.
*Εκπρόσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων
