Οι εκλογές, και πολύ περισσότερο το αποτέλεσμά τους -ως η διαμορφώτρια πηγή των νέων όρων του αστικού πολιτικού σκηνικού- αποτελούν μια πλούσια δεξαμενή για την εξαγωγή μεγάλου εύρους συμπερασμάτων. Για να αστειευτούμε και λίγο, τη χαρά κάθε είδους γραφιά και αναλυτή αποτελούν τα εκλογικά αποτελέσματα, γιατί πληθαίνουν τις αφορμές για παραγωγή έργου…
Σε τέτοιες συχνά επαναλαμβανόμενες περιστάσεις είναι άραγε προτιμότερο να καταγράφει κάποιος τα προϊόντα της σκέψης του όταν αντιμετωπίζει τα γεγονότα με τον πάγο της αποστασιοποιημένης ουδετερότητας ή όταν είναι φίλα προσκείμενος συναισθηματικά με κάτι -κρατώντας τη φλόγα του επιτηδευμένου ενδιαφέροντος αναμμένη;
Το ίδιο μπορεί να σκεφτεί άραγε κάποιος για το αποτέλεσμα των εκλογών όταν είναι υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ (άρα είναι παρασυρμένος από την ευεξία άλλης μιας μεγάλης συνεχόμενης εκλογικής νίκης) ή της Ν.Δ. (άρα κουβαλάει το βαρύ φορτίο της απεχθούς για τον ίδιο συνειδητοποίησης πως επήλθε άλλη μια μεγάλη ήττα), με έναν άνθρωπο που δεν είναι ούτε με το ΣΥΡΙΖΑ ούτε με τη Ν.Δ.;
Το μόνο σίγουρο είναι πως για τα στελέχη ενός κόμματος που διαχειρίζονται την κυβερνητική εξουσία (ειδικά σε περιόδους μνημονίων) η χαρά εξαναγκαστικά τελειώνει το βράδυ των εκλογών, γιατί μετά αρχίζει το σήκωμα των μανικιών και η συλλογή κουβάδων για τον ιδρώτα που θα χυθεί σε τεράστιες ποσότητες. Στα «πολιτικά εργοτάξια» δεν έχουν θέση οι «τεμπέληδες» και οι κάθε λογής «οκνηροί»…
Φυσικά, για να επανέλθουμε στο ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω, χρειάζονται όλες οι γνώμες. Όσο φορτισμένες και αν είναι από την οποιαδήποτε προτίμηση έχει ο κάθε άνθρωπος. Το θέμα είναι να μπορούμε να προσεγγίζουμε τα γεγονότα με όσο το δυνατόν πιστότερη ευθυκρισία, ανεξαρτήτως των προτιμήσεων μας, που όλοι λίγο πολύ ορισμένες τις έχουμε.
Ίσως, μάλιστα, αν κάποιος ανήκει στο στρατόπεδο της νίκης να μπορεί να διαισθανθεί άρα και να καταγράψει πράγματα που ένας ουδέτερος δεν μπορεί με τόση ευκολία. Όπως επίσης, να σκεφτεί διάφορες ατραπούς που ένας ηττημένος αποφεύγει υποσυνείδητα να ακουμπήσει, γιατί το ξύσιμο πληγών δεν προδιαθέτει για κάτι διαφορετικό από εσωτερικές ενοχλήσεις.
Στην πολιτική, και δη στο υψηλότερο της επίπεδο, το έχουμε πει πολλάκις πως ευδοκιμούν εκείνοι που προτάσσουν τις κατάλληλες στρατηγικές στο κατάλληλο χρονικό σημείο. Και εκ του αποτελέσματος της Κυριακής, η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκε πέραν του δέοντος, ακόμα και των πιο αισιόδοξων προγενέστερων δημοσιοποιημένων προσδοκιών της Κουμουνδούρου.
Άρα, πλέον, θα τη μελετάμε (και θα την αποθηκεύσουμε στη μνήμη μας) ως μια επιτυχημένη ακολουθία κινήσεων, όπως εκείνες πάλι του ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Ιανουάριο, της Ν.Δ. το 2012, του ΠΑΣΟΚ το 2009, της Ν.Δ. το 2007 και το 2004, και πάει λέγοντας.
Μα, θα αντιτάξει κάποιος: έχει χρηστική αξία κάτι τέτοιο; Μπορεί στο μέλλον να γίνει αξιοποίηση των παρελθουσών βασικών προεκλογικών κατευθυντήριων προπαγανδιστικών πυλώνων; Και ναι, και όχι. Γιατί κάθε εκλογική διαδικασία είναι το «παιδί της εποχής της», που θα «μεγαλώσει» και θα «τεκνοποιήσει» στον κατάλληλο χρόνο τη «διάδοχη κατάσταση».
Αν, π.χ., τα δύο «τέκνα» μοιάζουν, κάτι σημαίνει αυτό. Τα εκλογικά αποτελέσματα δεν είναι τυχαία. Δεν προκύπτουν από το πουθενά. Παρέχουν τη δυνατότητα να τα αποκαλούμε, όχι όψιμα, αλλά ουσιωδώς, ως τον καλύτερο καθρέφτη των κοινωνικών τάσεων.
Είναι η πραγματική δημοσκόπηση των κοινωνικών παλμών, μακριά από τις (κουραστικές πλέον) αστοχίες των επαγγελματιών δημοσκόπων που πρέπει κάτι να κάνουν πριν η γενικότερη θυμηδία που προκαλούν αποτελέσει την αιτία πραγματικής και αναπότρεπτης κρίσης για τον επαγγελματικό τους κλάδο.
Γιατί πια έχει μονιμοποιηθεί η αδυναμία τους να προσεγγίσουν τα αποτελέσματα, επομένως αυξάνει η καχυποψία. Όχι για τη διεκπεραίωση (δηλαδή τις επιλεγόμενες τεχνικές και τη συμπεριφορά του κόσμου απέναντι τους), αλλά για το είδος της ανάθεσης. Δεν εννοούμε κάτι το κολάσιμο.
Για την ουσία των πραγμάτων -ως προς τις άμεσες πρακτικές αναγκαιότητες που «γεννοβόλησε» η κυριακάτικη κάλπη- δεν χρειάζεται να πούμε πολλά σε αυτό εδώ το κείμενο. Θα έχουμε εξάλλου πάρα πολλά πράγματα να δούμε και να ψηλαφίσουμε στο άμεσο μέλλον.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πια έχει την υποχρέωση να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του και προς το εξωτερικό και ως προς το εσωτερικό (το δεύτερο μέτωπο -όντας και το πιο ακαθόριστο- είναι αυτό που θα κάνει τη διαφορά, γιατί στο πρώτο δεν ορίζει αυτός τα καθέκαστα), ενώ η Ν.Δ. να ανασυνταχθεί γιατί φαινόταν πριν από τις εκλογές ότι δεν ήταν έτοιμη να επανέλθει στην εξουσία (κάτι που κατάλαβε πολύς κόσμος από αυτούς που όντως θα αμφιταλαντεύθηκαν σε ποιο από τα δύο ψηφοδέλτια να στραφούν). Θα επανέλθει ενδεχομένως στο μέλλον στην εξουσία με μπροστάρη ένα νέο αρχηγό που θα κάνει κλικ και εκτός του παραδοσιακά πιστού της οπαδικού και υποστηρικτικού της κοινού.
Για τα υπόλοιπα κόμματα (και ειδικότερα για αυτά που κινούνται στο αριστερό/κομμουνιστικό/αριστερίστικο φάσμα του πολιτικού συστήματος) νομίζουμε πως αξίζει ένα ξεχωριστό μελλοντικό σημείωμα. Γιατί σε τέτοιους καιρούς κανένας δεν έχει το ακαταλόγιστο επειδή αντιστέκεται σε αντιλαϊκές πολιτικές, ή ακόμα και αν έχει δίκιο στην ερμηνεία των πραγματικών αιτιών της κρίσης (δηλαδή τις επιτακτικές καπιταλιστικές ανάγκες προσαρμογής στο εξαντλητικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον των καιρών μας).
Η αδυναμία του να πείσει σε τόσο ευνοϊκές συγκυρίες ευρύτερα ακροατήρια έχει βαθιές κοινωνικές αιτίες, μια πολύ πιο σοβαρή συνθήκη από τον στενό προεκλογικό χρόνο ή την καταγραφή μιας συντηρητικής αναδίπλωσης των ψηφοφόρων που επικαλούνται π.χ. η Λαϊκή Ενότητα και το ΚΚΕ.
Μόνο όσοι δημόσια τολμούν να πουν αυτό που κατά βάθος γνωρίζουν είναι σε θέση να γίνουν πραγματικά ελκυστικοί, ειδικά όταν ο δρόμος που προτείνουν είναι γεμάτος αγκάθια (και σε βάθος χρόνου ακόμα και «άγρια θηρία»…).
