Μόλις πέντε 24ωρα αφότου το πιο έγκριτο «βαθύ λαρύγγι» της Τουρκίας, με το ψευδώνυμο «Φουάτ Αβνί», έκανε τις νέες αποκαλύψεις του στο Twitter περί επικείμενης ευρείας… προεκλογικής επιχείρησης κατ’ εντολήν του προέδρου Ερντογάν για «φίμωση» των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ στη χώρα, το καταγγελλόμενο σχέδιο φαίνεται να τίθεται σε πλήρη εφαρμογή, μάλιστα βήμα προς βήμα.
Προαναγγελθείς, ο πρώτος στόχος ήταν η Koza İpek Holding: ένας όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων στους τομείς της μεταλλουργίας και των ΜΜΕ, που διατηρεί στενούς δεσμούς με τον -πρώην σύμμαχο, νυν «ορκισμένο εχθρό» του Ερντογάν- ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος ζει αυτοεξόριστος από το 1999 στις ΗΠΑ.
Με «εφαλτήριο» στοιχεία για «σκιώδεις» μεταφορές μεγάλων χρηματικών ποσών και υπόνοιες για «χρηματοδότηση της τρομοκρατίας», μονάδες της τουρκικής Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος έκαναν χθες «φύλλο-φτερό» τα κεντρικά γραφεία του ομίλου στην Αγκυρα κι εφόδους σε 23 θυγατρικές εταιρείες του, ακόμη και στο σπίτι του διευθύνοντος συμβούλου του, Ακίν Ιπέκ, ο οποίος απουσίαζε χθες στο εξωτερικό και τώρα καταζητείται.
Οι έφοδοι ολοκληρώθηκαν με έξι προσαγωγές και την κατάσχεση εγγράφων και σκληρών δίσκων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ομως ο τουρκικός Τύπος βοά ότι η πραγματική αφορμή για την επιχείρηση ήταν η χθεσινή δημοσιοποίηση από την εφημερίδα Bugün, ιδιοκτησίας της Koza İpek, νέου οπτικού υλικού για το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο στην Τουρκία: την παράνομη μεταφορά οπλισμού μέσω των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών MIT στους εξτρεμιστές του «Ισλαμικού κράτους» στη Συρία, το οποίο η Τουρκία σήμερα επισήμως πολεμά σε κοινό μέτωπο με τις ΗΠΑ.
Το σκάνδαλο έχει πολλάκις αναδειχθεί στη γείτονα από τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ και άλλες τόσες φορές έχει «θαφτεί κάτω από το χαλί» από την τουρκική πολιτική ηγεσία, ακόμη και με διώξεις εισαγγελέων που είχαν αναλάβει τη διερεύνησή του. Οχι τυχαία, στο επίσημο «στόχαστρο» έχει μπει για τον ίδιο λόγο και η αντιπολιτευόμενη Cumhuriyet, που ο «Φουάτ Αβνί» κατονόμασε ως επόμενο στη λίστα των υπό δίωξη ΜΜΕ από το ισλαμοσυντηρητικό κατεστημένο.
Στην ίδια «μαύρη λίστα» συμπεριλαμβάνεται ο μιντιακός όμιλος Doğan (στον οποίο ανήκουν οι εφημερίδες Hürriyet και Radikal, τα τηλεοπτικά δίκτυα CNN Türk και Kanal D, καθώς και το πρακτορείο Doğan News Agency), η γκιουλενική εφημερίδα Zaman, όπως και οι Taraf και Sözcü -η τελευταία κυκλοφόρησε μάλιστα χθες με λευκές τις στήλες των αρθρογράφων της και πρωτοσέλιδο τίτλο της «Εάν σιωπήσουμε, θα σιωπήσει η Τουρκία».
Στο μεσοδιάστημα, το χθεσινό «πογκρόμ» κατά ενοχλητικών για την ισλαμοσυντηρητική ηγεσία της Αγκυρας δημοσιογράφων ενισχύθηκε με την προφυλάκιση δύο Βρετανών δημοσιογράφων του αμερικανικού Vice News, οι οποίοι είχαν συλληφθεί την περασμένη εβδομάδα στο κουρδοκρατούμενο Ντιγιάρμπακιρ, με την κατηγορία «τρομοκρατικών δραστηριοτήτων», και με την απόλυση της δημοσιογράφου-παρουσιάστριας Ντενίζ Ούλκε Αριντογάν του κρατικού δικτύου TRT, έπειτα από επικριτικά σχόλιά της στο Twitter για τις χθεσινές εφόδους.
Διαφοροποιούμενος από την επίσημη κυβερνητική γραμμή, ο Αλί Χαϊντάρ Κοντζά, βουλευτής του φιλοκουρδικού HDP και νυν υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στη μεταβατική κυβέρνηση της Αγκυρας (εν όψει των νέων εκλογών της 1ης Νοεμβρίου) εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την «επιβολή απαγορεύσεων» στη χώρα -την ώρα που η Ε.Ε. εξέφραζε επισήμως την «ανησυχία» της για τις εξελίξεις στην Τουρκία, υπενθυμίζοντας ότι «κάθε χώρα που διαπραγματεύεται την ένταξή της οφείλει να εγγυάται τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τον αποτροπιασμό τους εξέφρασαν διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις.
Η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση του CHP -που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη μεταβατική κυβέρνηση- συνέστησε από χθες ειδική επιτροπή κατά της επιχείρησης καταστολής κατά των ΜΜΕ στη χώρα. Ενώ προβληματισμό για τις εξελίξεις στη χώρα εξέφρασε μέχρι και η ηγεσία του εθνικιστικού MHP, που κατά τα λοιπά στηρίζει πλήρως τα σχέδια Ερντογάν για «σιδηρά» στρατιωτική πυγμή έναντι των Κούρδων «τρομοκρατών του PKK», στα νοτιοανατολικά της χώρας.
