Ο «Μάκβεθ», η νέα ταινία, δεύτερη μεγάλου μήκους τους Τζάστιν Κερζέλ («Η πόλη του χιονιού»), κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο αύριο Παρασκευή 2 Οκτωβρίου -σε λίγες ημέρες και στην Ελλάδα- και τα βλέμματα όλων έχουν στραφεί στους δύο πρωταγωνιστές: τη Μαριόν Κοτιγιάρ και τον Μάικλ Φασμπέντερ.
Ηθοποιοί δοκιμασμένοι σε ρόλους απαιτητικούς και πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Η πρώτη με ένα βραβείο Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Εντίτ Πιαφ και πολλές εξαιρετικές ερμηνείες (ως εργάτρια που αγωνιζεται για τη θέση της ή σαδιστικό φάντασμα στο Inception), ο Φασμπέντερ αναμφισβήτητος πρωταγωνιστής του Στιβ ΜακΚουίν και πολύπλευρος ηθοποιός (ο κύριος Ρότσεστερ της Τζέιν Έιρ, ένα διεσταμμένο ανδροειδές, αλλά και ο εθισμένος στο σεξ πρωταγωνιστής του Shame).
Όλος ο ξένος Τύπος μιλάει για την ταινία, υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες, η οποία φτάνει τόσο βαθιά στην ψυχοσύνθεση των ηρώων, ώστε ακόμη και αυτά τα τερατώδη εγκλήματά τους να αποκτούν άλλη διάσταση.
Μετατραυματικό στρες
Ο Μάικλ Φασμπέντερ, που σύμφωνα με τον Guardian, ενσαρκώνει τον στρατηγό Μάκβεθ σαν ατρόμητος τεχνίτης της θεατρικής ερμηνείας, με τη βοήθεια του σκηνοθέτη Κερζέλ, βλέπει στον ήρωά του έναν πολεμιστή που πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες. Και εξηγεί πως αν το σκεφτεί κανείς, έχει νόημα. Παρομοιάζει συμπτώματα αυτού που στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αποκαλούσαν «κούραση της μάχης».

Στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο του Σέξπιρ, στην καρδιά του Μεσαίωνα, τον 11ο αιώνα, αυτό θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερο σκληρό και δύσκολο. «Τρομακτικό», το χαρακτηρίζει ο Φασμπέντερ, καθώς οι πολεμιστές «σκότωναν με τα γυμνά τους χέρια και διαπερνούσαν σώματα με τα σπαθιά τους». Ο Μάκβεθ «έχει παραισθήσεις και πρέπει να επιστρέψει στη βία για να βρει ένα είδος κάθαρσης, ή ακόμα και γαλήνης».
«Σκοτάδι» στην ψυχή
Για τη Μαριόν Κοτιγιάρ, που επελέγη να ενσαρκώσει τη σατανική και δολοπλόκο Λαίδη Μάκβεθ, το πιο δύσκολο δεν ήταν να αποδώσει αυτούσιο τον ποιητικό λόγο του ελισαβετιανού δραματουργού, αλλά το «σκοτάδι» στην ψυχή της ηρωίδας της. Σε συνέντευξη στην Telegraph ανέφερε πως έχει παίξει κι άλλους δύσκολους και σκοτεινούς ρόλους, «αλλά όλοι έκρυβαν λίγο φως μέσα τους. Η Λαίδη Μάκβεθ, όμως, είναι μια κατηγορία μόνη της».

Και έτσι ακριβώς την αποδίδει η Γαλλίδα ηθοποιός, σαν κάτι περισσότερο από μια γυναίκα-τέρας, ηθική αυτουργό τόσων θανάτων, μεταξύ των οποίων και πολλών παιδιών. Και όπως λέει η Κοτιγιάρ, ήταν η πρώτη φορά που «δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τον εαυτό μου και να γίνω ένα με τον ρόλο. Φοβόμουν να εισέλθω στο σκοτάδι. Και κάθε μέρα, παρόλο που ο σκηνοθέτης ήταν ευχαριστημένος, εγώ, σαν έφτανα στο σπίτι αναρωτιόμουν: θεέ μου, τι κάνω εγώ εδώ πέρα;»
Τι οδηγεί στο έγκλημα
Οι διεθνείς κριτικοί του κινηματογράφου σχεδόν συμφωνούν: Όχι, δεν μπορείς να δικαιολογήσεις τους Μάκβεθ, ούτε κατά διάνοια να τους κατανοήσεις, αλλά ίσως να να μπορείς να εξηγήσεις τι είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει δύο ανθρώπους στο έγκλημα: δεν είναι πάντα η απληστία, μπορεί να είναι και η θλίψη, ο θρήνος, το βαθύ πένθος.
Έχουν χάσει ένα παιδί και το μόνο που τους δένει πλέον μαζί, ως μοναδικός σκοπός της ζωής τους, είναι η δολοπλοκία και η βία που αυτή επιφέρει μετά. Και δεν αποκλείεται να νιώσεις γι’ αυτούς και μια σταγόνα οίκτο.
