Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προς τι η ανάκαμψη μιας λογοτεχνίας της μετανάστευσης, η οποία επιμένει να θυμίζει τα κύματα των Ελλήνων που σκορπίστηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης;

Από το «Διπλό βιβλίο» (1976) του Δ. Χατζή μέχρι τις «Νύφες» (2004) της Ι. Καρυστιάνη πέρασαν πολλά χρόνια, αλλά φέτος πάλι τουλάχιστον τρία βιβλία, ένα της Μαρλένας Πολιτοπούλου για τους Gastarbeiters της Γερμανίας («Η Πηνελόπη των τρένων», Μεταίχμιο), ένα της Κάλλιας Παπαδάκη για τους μετανάστες στην Αμερική («Δενδρίτες», Πόλις) και το προκείμενο μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη για τη μοίρα των Ελλήνων της Αυστραλίας κι εκείνων της Σουηδίας έρχονται να συσχετίσουν –έστω και έμμεσα– το παρελθόν με το παρόν, την αναγκαστική φυγή από τη μεταπολεμική Ψωροκώσταινα με τη σημερινή δραπέτευση από μια χώρα που τρώει τα παιδιά της.

Το έργο του Θ. Καλλιφατίδη οικοδομείται σε δύο επίπεδα, από το παρόν της γηραιάς Ελενας (στη Σουηδία του 2012) έως πίσω στην παιδική και εφηβική της ηλικία (στη Χρυσοπηγή Γρεβενών της δεκαετίας του ’40).

Τώρα έχει να αντιμετωπίσει τον επικείμενο χωρισμό του γαμπρού της Φρέντρικ με την κόρη της Μαρία, ενώ τότε φεύγει από το χωριό στιγματισμένη για τον κομμουνιστή πατέρα της και την πουλημένη στους Γερμανούς μάνα της. Καταφέρνει, ωστόσο, να παντρευτεί τον δάσκαλο Γιάννη και να μεταναστεύσει κατ’ αρχάς στην Αυστραλία και μετέπειτα στη Σουηδία.

Η αφήγηση είναι γενναιόδωρη χωρίς να καινοτομεί, ξεχύνεται απλόχερα στον αναγνώστη χωρίς να του ορθώνει εμπόδια, τον κερδίζει με την απλότητα, τη γλαφυρότητα, την ακώλυτη ευθεία της παρά με την πολυπλοκότητα νέων μορφών.

Κι αυτό απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο ο Θ. Καλλιφατίδης βλέπει τη μετανάστευση: παρά τη σκληρότητα της νέας πατρίδας και τον φόβο μπροστά στο άγνωστο, πιο πολύ επικρατεί η ελπίδα για μια νέα ζωή, η αισιοδοξία από το ξεκίνημα και η ανακούφιση απ’ όσα θλιβερά ή επώδυνα αφήνει ο καθένας πίσω του.

Ολο το κείμενο δονείται από μια (ίσως παλιομοδίτικη) ομαλότητα, μια ικανοποίηση για όσα αίσια συμβαίνουν στον Γιάννη και στην Ελενα.

Πουθενά δεν προκύπτουν σοβαρά εμπόδια κι όσα προκύπτουν ξεπερνιούνται με την καλλιφατίδεια ηπιότητα στη γραφή και στις σκηνές που στήνει η πένα του.

Οι δυο μετανάστες ριζώνουν σταδιακά στη Μελβούρνη, βρίσκουν δουλειά, κάνουν φίλους, δημιουργούν έναν ιστό διαπροσωπικών σχέσεων, η Ελενα ανοίγει κομμωτήριο και ούτω καθεξής.

Επαναλαμβάνω ότι η μετανάστευση για τον Ελληνοσουηδό συγγραφέα είναι μια ανιούσα πορεία από το μηδέν προς την καταξίωση και την πρόοδο.

Ωστόσο μέσα σ’ αυτήν την επιτυχή πορεία ο Θ. Καλλιφατίδης καταφέρνει να προκαλέσει συγκίνηση και συναισθήματα που δεν οφείλονται στη λεγόμενη «μυθοπλαστική σύγκρουση».

Η επαγγελματική και οικονομική άνοδος δεν μπορεί να υπερκαλύψει τις σχέσεις που συχνά γίνονται πιο ρηχές, ειδικά όσο ο γάμος του πρωταγωνιστικού ζευγαριού δεν ολοκληρώνεται από ένα παιδί (το οποίο τελικά θα έλθει πολύ αργότερα). Υπάρχει μια βαθύτερη αιτία των κενών και των συναισθηματικών προβλημάτων των ηρώων, που είναι ό,τι οι Δυτικοί γιατροί ονόμασαν «νοσταλγία».

Κι αυτή παρωθεί τους ευκατάστατους πλέον πρωταγωνιστές στο να ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα του 1962. Οταν επιστρέφουν στην πατρίδα, είναι πλούσιοι, αλλά έπειτα από λίγα χρόνια αναγκάζονται να φύγουν ξανά, ξεκινώντας πάλι από το μηδέν, αυτή τη φορά για τη Σκανδιναβία.

Η μετανάστευση δεν είναι μόνο προσωπικό θέμα, ούτε στενά κοινωνικό. Συνδέεται με πολλά εθνικά γεγονότα, από την Κατοχή και τον Εμφύλιο μέχρι τη χούντα κι από την εξαθλίωση του πληθυσμού στα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι τη σημερινή κρίση, που πάλι διώχνει τη νεολαία σε πιο ευοίωνες αγορές.

Η πυορροούσα πληγή κάθε μετανάστη δεν είναι οι δυσκολίες που συναντά, ούτε η φτώχεια, το εχθρικό-ρατσιστικό περιβάλλον, η ξένη γλώσσα και κουλτούρα, δεν είναι οι αντικειμενικές συνθήκες που βρίσκει στη νέα του πατρίδα.

Είναι πάνω και πέρα απ’ όλα αυτά η νοσταλγία που προκαλεί εσωτερικές αιμορραγίες, ακόμα κι αν η Ελλάδα είχε προκαλέσει επώδυνα τραύματα στις νεανικές ψυχές των μεταναστών.

Ο Θ. Καλλιφατίδης, μετανάστης ο ίδιος από το 1964, γράφει στα ελληνικά και συγγράφει τα προσωπικά του συναισθήματα σαν έναν απολογισμό της πενηντάχρονης έλλειψης που βιώνει.

Κι όσα λέει μέσα στο «Πάντα θα επιστρέφω» είναι εν πολλοίς η προσωπική του στάση απέναντι στην ακούσια απομάκρυνση από την πατρίδα και τον αγώνα για εγκλιματισμό κάτω από το βόρειο σέλας.

Γι’ αυτό και το κείμενο αντικατοπτρίζει γνήσια και πηγαία την πίστη ότι όλα οδηγούνται από «όνειρο σε όνειρο».