Ο Τιμολέων από την Κόρινθο ήταν στρατηγός και πολιτικός του 4ου αιώνα π.Χ. Με ελάχιστες δυνάμεις εστάλη στη Σικελία, για να βοηθήσει τους εκεί Ελληνες να απαλλαγούν από Καρχηδόνιους και τυράννους. Πράγματι, μέσα σε λίγα χρόνια παλινόρθωσε τα δημοκρατικά καθεστώτα στις σικελικές πόλεις και (άκουσον άκουσον) αποτραβήχτηκε από τα κοινά. Ολα αυτά κέρδισαν την εκτίμηση και τον σεβασμό των κατοίκων της Σικελίας. Του παραχώρησαν μάλιστα ένα αγρόκτημα (μη φανταστείτε κανένα Τατόι, περισσότερο προς «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» έμοιαζε) όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, παρέχοντας τις συμβουλές του, όποτε του το ζητούσαν.
Είναι της μοίρας τους φαίνεται των ανά καιρούς Τιμολεόντων να είναι συμβουλάτορες. Τιμολέων είναι και ο ξάδερφος του Ανθιμου, κατά κόσμον Μάκη. Ο Μάκης είναι συνταξιούχος του ΟΤΕ, από τον Βόλο. Εκεί μένει μέχρι και σήμερα και κρατάει αρχείο, όχι μόνο ιστορικό της περιοχής αλλά και ζωντανό των αναμνήσεών του. Τον συναντήσαμε ένα βράδυ, όταν και μας εξήγησε τι ζούμε και γιατί, σχεδόν θεατρικά. Τουτέστιν, κάθε λέξη του διαλόγου που ακολουθεί είναι αληθινή, αληθινότατη.
«Τη δεκαετία του ’80, εγώ δεν ήμουν ούτε αγρότης ούτε εργολάβος. Τεχνικός του ΟΤΕ ήμουν στο Πήλιο. Σαν έπιανε χιόνι, δέκα εκατοστά διάμετρο ήταν ο πάγος γύρω από τα καλώδια. Σκληρή δουλειά. Με βλέπει μια μέρα ο ξάδερφος Τιμολέων και μου λέει:
– Να σου πω βρε Ανθιμε… από νύχτα ξέρεις;
– Τι να ξέρω από νύχτα δηλαδή;
– Εννοώ, την περπατάς;
– Να περπατάω τη νύχτα; Γιατί; Λωποδύτης είμαι;
– Βρε παιδί μου, τη δουλεύεις;
– Να δουλεύω τη νύχτα; Γιατί; Νυχτοφύλακας είμαι;
– Ασ’ το… κατέβα στην Αθήνα και θα σε κυκλοφορήσω εγώ.
Με πήγε σε όλα τα σκυλάδικα της εποχής. Ντουζίνες τα πιάτα να φτάνουν σπασμένα μέχρι τα τραπέζια. Και δώστου τα γαρίφαλα και οι σαμπάνιες ν’ ανοίγουν η μια μετά την άλλη. Ολο αγρότες και εργολάβοι. Ολες τις προμήθειες από την Ε.Ε. και τα δημόσια έργα τις έβλεπα να γίνονται σπασμένα πιάτα. Εγώ, βέβαια, δεν ενέκρινα. Αλλά, έβλεπα. Ετσι ήταν τα πράγματα. Ο Τιμολέων ήξερε. Και μου ’λεγε.
– Τιμολέον, γιατί τα γκαρσόνια φεύγουν σφαίρα;
– Για να μην αλλάξει γνώμη αυτός που παρήγγειλε.
– Τιμολέον, γιατί αυτός χορεύει με το παλτό του;
– Για να μην του κλέψουν από την τσέπη τα λεφτά από την επιδότηση.
– Τιμολέον, γιατί τα τραγούδια έχουν μεγάλη εισαγωγή;
– Για να προλάβουν να έρθουν οι άνθρωποι από τα πίσω τραπέζια στην πίστα».
Ο Τιμολέων ήξερε. Μάθαμε κι εμείς… πως τα σπασμένα πιάτα εργολάβων και αγροτών ψάχνουμε να κολλήσουμε τώρα. Ποιος πουλάει την καλύτερη κόλλα, Τιμολέον;
