Γιώργος Μαργαρίτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την 1η Ιανουαρίου 1942, είκοσι πέντε ημέρες μετά την πρώτη αποφασιστική καμπή του πολέμου –την αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού στο μέτωπο της Μόσχας που ανάγκασε τον γερμανικό σε δραματική υποχώρηση– και είκοσι τρεις ημέρες μετά την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο, υπογράφηκε η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών.

Μετά τη Χάρτα του Ατλαντικού, του καλοκαιριού του 1941, επρόκειτο για το πρώτο ουσιαστικό κείμενο που συγκροτούσε το συμμαχικό στρατόπεδο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έθετε τις βάσεις για τη μεταπολεμική συγκρότηση του κόσμου. Απαντούσε εφ’ όλης της ύλης στα κείμενα-διακηρύξεις του Αξονα, το Σύμφωνο Αντι-Κομιντέρν (ενάντια στον κομμουνισμό και τη Διεθνή), το Χαλύβδινο Σύμφωνο και τα Πρωτόκολλα συγκρότησης της Νέας Ευρώπης.

Η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών αφορούσε τoν πόλεμο, αλλά κυρίως επικεντρωνόταν στα έπειτα από αυτόν. Αποτέλεσε το θεμέλιο στο οποίο χτίστηκαν οι θεσμοί του μεταπολεμικού κόσμου, που κανοναρχούν και τον σημερινό, έστω και με αλλοιωμένη από τον χρόνο τη μορφή και το περιεχόμενό τους.

Ανάμεσα στα ανάλογα κείμενα που διαμόρφωσαν τις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες ισορροπίες στη σύγχρονη Ιστορία, η Διακήρυξη αναδείχθηκε ίσως η πλέον σταθερή – τα 74 χρόνια που έχουν περάσει το πιστοποιούν. Η Βιέννη του 1815 κράτησε μόλις 33 χρόνια, το Βερολίνο του 1878 κράτησε μόλις 30. Γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάσουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτής της Διακήρυξης για να κατανοήσουμε σημερινές καταστάσεις.

Η Διακήρυξη ήταν το προϊόν συμφωνίας μεταξύ 26 κρατών – ή μάλλον 26 κυβερνήσεων. Οι έννοιες έχουν σημασία εδώ. Θεωρητικά ήταν μια «δημοκρατική» συμφωνία και όχι μια συμφωνία μεταξύ «Δυνάμεων». Εμοιαζε δηλαδή περισσότερο με τη Χάγη (1899) και όχι με τη Βιέννη του 1815. Η γενική όμως αυτή εικόνα στηριζόταν σε καινοφανή χαρακτηριστικά.

Από τις 26 κυβερνήσεις που συνυπέγραψαν τη Διακήρυξη οι πέντε ανήκαν στο ευρύτερο τόξο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Νότια Αφρική). Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι και οι εκπρόσωποι των εννέα κρατών της Λατινικής Αμερικής (Κόστα Ρίκα, Κούβα, Δομινικανή Δημοκρατία, Ελ Σαλβαντόρ, Γουατεμάλα, Αϊτή, Ονδούρα, Νικαράγουα και Παναμάς) βρίσκονταν σε καθεστώς «ειδικής κηδεμονίας» των ΗΠΑ. Εξαιρετικό όμως ενδιαφέρον παρουσίαζε μια τρίτη ομάδα: εκείνη των «εξόριστων κυβερνήσεων».

Επρόκειτο για κυβερνητικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στο Λονδίνο, γύρω από κάποιον πολιτειακό παράγοντα, βασιλιά κυρίως. Στη φάση της εξάπλωσης του Αξονα, η Βρετανία επιδόθηκε με ευσυνειδησία στην περισυλλογή ηγεμόνων που εγκατέλειπαν τη χώρα τους με πρώτο τον Χαϊλέ Σελασιέ, αυτοκράτορα της Αιθιοπίας στα 1935. Αυτός είχε ήδη επιστρέψει στην πατρίδα του όπου είχαν συνθηκολογήσει οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής.

Στο Λονδίνο όμως έμεναν οι υπόλοιποι ηγέτες-μονάρχες (Βελγίου, Ολλανδίας, Νορβηγίας, Ελλάδας, Λουξεμβούργου, Γιουγκοσλαβίας, Τσεχοσλοβακίας, Πολωνίας), γύρω από τους οποίους είχαν συγκροτηθεί κυβερνήσεις στελεχωμένες συνήθως με όποιον άσπιλο –ως προς τη διάχυτη προπολεμική ναζιστική γοητεία- συμπατριώτη βρισκόταν πλησίον.

Στο νομικό πεδίο ή στο πεδίο της απλής πολιτικής λογικής, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αυτές οι κυβερνήσεις αντιπροσώπευαν κράτη. Για την ακρίβεια τούς έλειπαν τα βασικά. Δεν είχαν «επικράτεια» και οπωσδήποτε δεν κυβερνούσαν τον λαό τους. Ηταν ένα είδος γέφυρας η οποία στεκόταν στον αέρα περιμένοντας την κατάρρευση της ναζιστικής Νέας Ευρώπης για να ενώσει όχθες και να ανασυστήσει πολιτικά συστήματα.

Οι πολιτικές και κυβερνητικές προοπτικές αυτών των κυβερνήσεων εξαρτιόνταν απόλυτα από τη βούληση των Δυνάμεων που τις «φιλοξενούσαν» ή, μετά την 1η Ιανουαρίου, από τη συμμετοχή τους σε ένα οικουμενικό όργανο που απλά ανήγγειλε τη μεταπολεμική διάρθρωση του κόσμου – έστω των διεθνών σχέσεων.

Αυτό το είδος των κυβερνήσεων αντλούσε κύρος και «νομιμότητα» μέσω της συμμετοχής σε έναν οικουμενικό –εν τω γίγνεσθαι– οργανισμό και της συνυπογραφής των θεσμικών του προοπτικών για τον μεταπολεμικό κόσμο. Ως την Πρωτοχρονιά του 1942 η διαδικασία ήταν άγνωστη στη διπλωματική ιστορία. Στη συνέχεια όμως θα γινόταν τρέχουσα πρακτική.

Στη μεταπολεμική περίοδο η πολεμική αυτή πρωτοβουλία θεσμοποιήθηκε σε πολλά επίπεδα. Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου και της απο-αποικιοποίησης, η νόμιμη ύπαρξη ενός κράτους πιστοποιούνταν όχι από κάποια διακήρυξη ανεξαρτησίας του λαού του ή των αρχόντων του, αλλά από την αποδοχή του ή μη στους οικουμενικούς οργανισμούς. Το όποιο κράτος –πρώην αποικία της Αφρικής ή της Ασίας– ονομαζόταν ανεξάρτητο όταν αποκτούσε έδρα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η συμμετοχή σε αυτόν ήταν το απόλυτο κριτήριο της «ανεξαρτησίας».

Εκτοτε όμως οι οικουμενικοί θεσμοί πολλαπλασιάστηκαν. Δίπλα στον ΟΗΕ ξεφύτρωσαν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ και, στην ευρωπαϊκή κλίμακα η καθ’ ημάς Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε όλους αυτούς τους οργανισμούς η βασική ιδέα του 1942 παραμένει η ίδια.

Το όποιο κράτος είναι κράτος (το «ανεξάρτητο» εκκρεμεί) όχι επειδή έτσι αποφάσισε ο λαός του, αλλά επειδή γίνεται αποδεκτό στους διεθνείς οργανισμούς. Τους τελευταίους, όπως δίδαξε το 1942, τους κυβερνούν φυσικά οι ισχυρές δυνάμεις. Σε τελευταία ανάλυση τα δικά τους συμφέροντα και η δική τους βούληση ΕΙΝΑΙ οι διεθνείς οργανισμοί.

Η ανεξαρτησία των εθνών και οι ελευθερίες των λαών που τη συνοδεύουν περνούν αναγκαστικά από την αποδέσμευση από αυτό το πλέγμα νομιμοποίησης και κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού. Αυτό επίσης είναι αίτημα που εκκρεμεί.

*καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ