Τι είναι αυτό που συμβαίνει; Δυσανεξία, λύπη, μια υπόγεια αίσθηση τέλους, μια αίσθηση Πομπηίας λίγο πριν από την έκρηξη; Μόνο που τότε επρόκειτο για έκρηξη ηφαιστείου, για ένα δηλαδή φυσικό φαινόμενο που δεν μπορείς να το προβλέψεις ακόμα και σήμερα με τη μεγάλη άνοδο της σχετικής τεχνογνωσίας.
Ενώ σήμερα, μόνο φυσικό δεν είναι το φαινόμενο του διασυρμού μιας χώρας με επιχειρήματα περί της ανυπακοής της και με το κλίμα πολιτικού, επικοινωνιακού και κοινωνικού αλληλοσπαραγμού που φαίνεται ότι αναπόδραστα σχεδόν ακολουθεί τις ήττες που ματαιοπονούν να μακιγιαριστούν σε επιτυχίες.
Σκέφτομαι την Πομπηία όπως την είδα πριν από χρόνια, σε μια σύντομη επίσκεψη στο πλαίσιο φοιτητικής εκδρομής. Αυτό που μου έμεινε στη μνήμη είναι τα κορμιά που τα βρήκε ανυποψίαστα η καυτή λάβα.
Πετρώνοντας στους αιώνες την εικόνα της ανεμελιάς τους, της ανικανότητάς τους να ακούσουν την υπόκωφη απειλή της γης, να μυρίσουν το θειάφι που έπνιγε την ατμόσφαιρα, να διαβάσουν το μήνυμα που έστελναν οι αστραπές που μέρες πριν από το τέλος αυλάκωναν τον ουρανό πάνω από τον Βεζούβιο.
Αλλες μνήμες είναι ωστόσο πιο κοντινές. Το ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας μας, ο αποπροσανατολισμός του λαού και η κάθετη καταβύθιση του σεβασμού σε πολιτικούς και ηθικούς κανόνες που σημάδεψαν τις ώρες του 1967, πριν από την άνοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Είτε το αηδιαστικό εκείνο καλοκαίρι της τρομολαγνείας του 2002, όταν η συκοφαντία είχε γίνει ο κανόνας στα Μέσα, συμβάλλοντας σε μια γενική ανυποληψία όπου οι πάντες γίνονταν εναλλάξ ύποπτοι και καχύποπτοι.
Κάνει ζέστη στην Αθήνα και αυτό το κλίμα μερικής χαύνωσης κοιμίζει ίσως σε έναν βαθμό τη ριζική αγωνία που όμως επιμένει υπόγεια. Για το πού πάμε, για το τι κάνουμε. Για το τι συμβαίνει με τα παιδιά μας, που δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι.
Που αγωνίζονται λαβωμένα να μην παραδοθούν στον τυφλό θυμό ή στην απόλυτη συνθηκολόγηση με μια συνθήκη που δεν τη γνωρίζουν, που δεν έχει να κάνει με αυτούς, αλλά ούτε και με τους μεγαλύτερους, εκτός ίσως από όσους κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο προς ίδιον συμφέρον.
Ζούμε σε ώρες συνεχούς ανατροπής της ανατροπής. Σε τέτοιες ώρες, όπου το χτεσινό ίνδαλμα είναι έτοιμο να μετατραπεί στον σημερινό αποδιοπομπαίο τράγο, η διάλυση, ο σαρκασμός, ο κυνισμός, η εμπάθεια, η συκοφαντία είναι τόσο εύκολα όσο και διαλυτικά και επικίνδυνα. Και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να τους αντισταθούμε.
Σε ώρες επαπειλούμενης συντέλειας, που πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να μην επέλθει, οφείλουμε να διατηρήσουμε και να βαθύνουμε τη μνήμη προσπαθώντας να τη μεταμορφώσουμε όχι σε μνησικακία αλλά σε κίνητρο.
Και να δούμε κατάματα τη σκληρή αλήθεια όχι για να βρούμε το επί μέρους «δίκιο» μας, αλλά για να εμπνευσθούμε τις συλλογικές προτάσεις που θα ανοίξουν τον δύσκολο δρόμο προς την ελευθερία.
