«Η καρδιά του σκότους» γράφτηκε από τον μεγάλο Βρετανο-πολωνό συγγραφέα, Τζόζεφ Κόνραντ, στα 1899. Επρόκειτο για έναν αριστουργηματικό συνδυασμό προσωπικής εμπειρίας –ο νέος Κόνραντ βρέθηκε καπετάνιος σε ατμάκατο στον ποταμό Κόγκο– και ιστορικού θρύλου – την επική εκστρατεία στα 1885 για τη διάσωση του γερμανικής καταγωγής Πασά της Εκουατόρια, του πλέον νότιου τμήματος του αιγυπτιακού Σουδάν.
Την απροσπέλαστη στους χάρτες Εκουατόρια απειλούσαν οι στρατοί «των Δερβίσηδων», οι ισλαμιστές του Μάχντι που μόλις είχαν σκοτώσει τον στρατηγό Γκόρντον στο Χαρτούμ (παρεμπιπτόντως μαζί με τους λευκούς εποίκους της πόλης από τους οποίους μεγάλο μέρος προερχόταν από τη γνωστή μας Κεφαλονιά).
Το μυθιστόρημα είχε εξαιρετική επιτυχία στην εποχή του και λαμπρή μετέπειτα σταδιοδρομία. Αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το σενάριο μερικών από τις πλέον διάσημες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Αποκάλυψη τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα.
Στο μυθιστόρημα και, συνακόλουθα, στον κινηματογράφο, η ιδέα του ταξιδιού προς τον σκοτεινό πυρήνα του κόσμου των ανθρώπων, εκεί όπου το όριο μεταξύ του χάους και βαρβαρότητας και της τάξης του πολιτισμού γίνεται δυσδιάκριτο, υπήρξε μια ιδιαίτερα δημοφιλής θεματική.
Υπήρξε δημοφιλής διότι άγγιζε τις μύχιες φοβίες του «πολιτισμένου» κόσμου και της συνακόλουθης πολιτικής χαρτογράφησης της ανθρωπότητας.
Οι φοβίες αυτές μορφοποιήθηκαν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Στη σύγχρονη εκδοχή τους διαμορφώθηκαν την περίοδο του ύστερου αποικισμού (1873-1913).
Τα χρόνια αυτά οι ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις επιδόθηκαν στη μεθοδική κατάκτηση και τον έλεγχο –τη ρύθμιση– όλου του γνωστού και άγνωστου κόσμου.
Επρόκειτο για τη βίαιη εξάπλωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την «διά πυρός και σιδήρου» επιβολή του σε ολόκληρο τον «βάρβαρο» κόσμο.
Η εξόρμηση αυτή παρουσιαζόταν ως αγώνας του πολιτισμού και της προόδου ενάντια στη βαρβαρότητα των «άγριων» και «καθυστερημένων» πληθυσμών της Γης. Από αυτή την ακαταμάχητη προέλαση των «πολιτισμένων» ενάντια στους «απολίτιστους αγρίους» πήγαζε ένας ενδόμυχος διπλός φόβος.
Το πρώτο στοιχείο του φόβου αφορούσε τα εξωτερικά όρια της εκπολιτιστικής προόδου. Σε αυτή την εκδοχή του εφιάλτη, η πρόοδος (γεωγραφική ή ό,τι άλλο) θα συναντούσε έναν αδιαπέραστο πυρήνα σκότους και βαρβαρότητας, απέναντι στον οποίο τα όπλα του πολιτισμού δεν θα μπορούσαν τίποτε να κάνουν.
Θα ήταν η ζώνη της συνθηκολόγησης, η ζώνη του λυκόφωτος, ανάμεσα στο φως του πολιτισμού και το απόλυτο σκοτάδι της βαρβαρότητας.
Το δεύτερο συστατικό του φόβου στρεφόταν στο εσωτερικο του πολιτισμένου κόσμου. Οι σκοτεινές δυνάμεις που αναμόχλευε η εκπολιτιστική προέλαση ήσαν άγνωστες, άρα ακαταμάχητες από τα όπλα του δυτικού πολιτισμού.
Ισως θα μπορούσαν αντεπιτιθέμενες να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του πολιτισμού και να δημιουργήσουν εκεί τις σκοτεινές κηλίδες τους.
Θα μπορούσαν ίσως να αφομοιώσουν τον φωτεινό κόσμο που τις πλησίαζε, να τον αλλοτριώσουν, να τον αλλάξουν στο αντίθετό του. Η καρδιά του σκότους δεν ήταν μόνο απέναντι, ήταν παντού. Ο φόβος που ενέπνεε επίσης.
Ξεκινώντας από την όχι και τόσο παλαιά αυτή ιστορία, η σημερινή εποχή, ο κόσμος της Ευρώπης μέσα στον οποίο ζούμε, ζει τη δική του πορεία προς την καρδιά του σκότους.
Οι καιροί έχουν αλλάξει και, γεωγραφικά, το βασίλειο του σκότους δεν βρίσκεται στην καρδιά της Αφρικής ή σε κάποια ξεχασμένη ζούγκλα της Ασίας.
Στην Ευρώπη βρίσκεται, στην ήπειρο που γλείφει τις πληγές που της άφησαν οι ανατροπές της ιστορίας και αναζητεί σε ένα ταξίδι στο εσωτερικό της νέες ισορροπίες και τη νέα της θέση στον κόσμο.
Ετούτο το ταξίδι, στο σήμερα, έχει τα δικά του λάβαρα, τις δικές του προσδοκίες. Βάρβαροι και απολίτιστοι, αγεωγράφητες ζώνες στους πολιτικούς και γεωφυσικούς χάρτες της οικουμένης δεν υπάρχουν πλέον.
Στη θέση τους βρίσκεται ο κόσμος της εργασίας, ο μόνος εχθρός, η μόνη απειλή για τις άρχουσες αστικές ελίτ της Γηραιάς Ηπείρου, που βλέπουν να καταποντίζεται η θέση τους στον καπιταλιστικό και, ως εκ τούτου, θανάσιμα ανταγωνιστικό κόσμο.
Ετσι, λοιπόν, έθνη και λαοί της Ευρώπης, με καπετάνιο και οδηγό τις καπιταλιστικές ελίτ και τις φοβίες τους, ανεβαίνουν τον δικό τους ποταμό Κόγκο βαδίζοντας προς έναν σκοτεινό προορισμό.
Οι αναντικατάστατοι οδηγοί και καπετάνιοι διακηρύσσουν, όπως ο Αγκουίρε στην αριστουργματική ταινία του Κλάους Κίνσκι, ότι στο τέλος της διαδρομής βρίσκεται το Ελντοράντο – η Γη της Επαγγελίας στην πλέον σύγχρονη εκδοχή της.
Η «ευημερία» για όλους που έταξε το Μάαστριχτ.
Οι αναλώσιμοι λαοί που θέλοντας και μη μετέχουν στο ταξίδι και πληρώνουν αυτοί το κόστος του σε ανθρώπινες ζωές, διακρίνουν ήδη τον αληθινό προορισμό του.
Τη ζώνη του σκότους, της αιώνιας νύχτας γι’ αυτούς, έτσι όπως την προφήτεψε –με στίχους του ποιητή Ουίλιαμ Μπλέικ– ο Τζάρμους, στην ταινία του «Ο νεκρός» («The Dead Man»).
Ισως, εάν έτσι σκεφτούμε τα πράγματα, κατανοήσουμε τα όσα έγιναν στη χώρα μας τους τελευταίους μήνες.
Δύο φορές ο λαός μας, οι εργαζόμενοι, διακήρυξαν την άρνησή τους να συνεχίσουν το ταξίδι προς το τίποτα και να συνεχίσουν να πληρώνουν το επώδυνο κόστος του.
Αγνοώντας εκλογές, δημοψηφίσματα, λαϊκή βούληση και τα τοιαύτα, οι αστικές ελίτ –δεξιές, κεντρώες και αριστερές– έστρεψαν την πλώρη του καραβιού προς το βαθύ σκοτάδι.
Ετσι, λοιπόν, με τον καταστροφικό τρόπο του Αγκουίρε, προχωρούμε ακάθεκτοι προς την αιώνια νύκτα.
*καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ
