Μια τραγωδία δωματίου, ψιθύρων, ανεκπλήρωτων παθών και επιβολής της ισχύος του κράτους είναι η «Βερενίκη», το πιο λιτό έργο του Ρακίνα, που παρουσιάζεται σήμερα και αύριο στην «Πειραιώς 260», σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, με πρωταγωνιστές τους Μαρία Ναυπλιώτου, Νέστορα Κοψιδά και Ιερώνυμο Καλετσάνο.
Πρόκειται για ένα ερωτικό τρίγωνο με φόντο τις σκευωρίες της ρωμαϊκής αυλής τον 17ο αιώνα. Τρία υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, η Βερενίκη, ο Τίτος και ο Αντίοχος, είναι εγκλωβισμένα σε μια αδιέξοδη σχέση. Οταν ο Τίτος έρχεται στη Ρώμη για να αναλάβει την εξουσία, τον συνοδεύει η Βερενίκη, βασίλισσα της Παλαιστίνης, με την προοπτική του γάμου τους μετά από μακρόχρονο έρωτα. Η Σύγκλητος όμως αντιτίθεται. Τότε, οι ελπίδες του ερωτευμένου με τη Βερενίκη βασιλιά Αντίοχου αναπτερώνονται.
Ο Ρακίνας, βασισμένος στα ιστορικά γεγονότα που αφορούν τον έρωτα του Ρωμαίου αυτοκράτορα και της Ιουδαίας βασίλισσας, γράφει το 1670 τη «Βερενίκη», το μοναδικό έργο στην παγκόσμια λογοτεχνία που παρουσιάζει στη σκηνή δύο τραγικά πρόσωπα.
«Τι είναι εν τέλει αυτό που κάνει τη “Βερενίκη” του Ρακίνα έργο ταυτόχρονα κλασικό (με την έννοια του κανόνα) και επίκαιρο (υπό την έννοια ότι κάμπτει ιστορικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς); Αδιαμφισβήτητα η επικέντρωση του κειμένου όχι απλά στον έρωτα, αλλά στην επιθυμία», λέει ο Θέμελης Γλυνάτσης. «To έργο δεν μιλά απλώς για μια απο-σωματοποιημένη ερωτική κατασκευή μεταξύ Τίτου, Βερενίκης και Αντίοχου, αλλά εμβαθύνει με σπάνια συνέπεια στο φαινόμενο της ερωτικής, αμιγώς σωματικής, επιθυμίας, η οποία εξαναγκάζεται να μεταφερθεί ή, ακόμα καλύτερα, να μεταφραστεί από το φαντασιακό στο πραγματικό. Κι αυτή η μετάβαση, όπως τη θέτει ο συγγραφέας, είναι εξ ορισμού τραυματική. Ο νόμος που επιτάσσει τον γάμο του Τίτου με Ρωμαία και όχι με μια ξένη, όπως η Βερενίκη, είναι η εκδίκηση της πόλης ενάντια στην ιδιωτική εμπειρία. Με άλλα λόγια, η “Βερενίκη” αναπτύσσει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η πολιτική απεχθάνεται και κατά συνέπεια συντρίβει την αμιγώς υποκειμενική, σιωπηλή και ακραία εμπειρία του έρωτα».
• Μια τραγωδία κυριολεκτικά δωματίου.
Ολο το έργο εκτυλίσσεται πάνω στο διάνυσμα όπου ο ερωτικός πόθος εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει τον ψίθυρο του δωματίου και να γίνει λόγος, ο οποίος, τραγικά, γίνεται δημόσιος. Η ίδια λογική διέπει την «αρχιτεκτονική» που προτείνει ο Ρακίνας: δύο δωμάτια (του Τίτου και της Βερενίκης), ο μυστηριακός ενδιάμεσος χώρος (ας πούμε ένας διάδρομος) και ο απών χώρος της πόλης, ο οποίος συνθλίβει ολοένα την υποκειμενικότητα του δωματίου. Η προβληματική τού έργου είναι ουσιαστικότατα ηθική: οφείλει ο πολιτικός νόμος να επηρεάσει και καταστρέψει τη διαπροσωπική, ηθική δέσμευση που προτείνει με αμείλικτη επιτακτικότατα η σωματική επιθυμία ή πρέπει ο ερωτευμένος να διαρρήξει το γράμμα τού νόμου και να αφεθεί στη δίνη της υποκειμενικότητας, καταλήγοντας κοινωνικός παρίας;
• Ο έρωτας απέναντι στον νόμο;
Η Βερενίκη λέει στον Τίτο στην τέταρτη πράξη: «Νόμος είναι και αλλάζει». Τι υπαινίσσεται όμως αυτός ο στίχος; Ο νόμος, αυτή η άυλη σύνταξη ηθικών και αστικών κανόνων, φανερώνεται στον άνθρωπο σαν κάτι ακίνητο, αμετάβλητο, συνεχές και απόλυτο, ενώ, ναι, φυσικά μπορεί να αλλάξει. Αυτό το οποίο δεν αλλάζει είναι η ερωτική επιθυμία – εδώ δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση της μεταβολής. Ο ερωτικός πόθος είναι πάντα εδώ, επίμονος και επίπονος, και δεν μπορεί να αλλάξει. Ας θυμηθούμε εδώ το σονέτο του Σέξπιρ: «love is not love that alters when it alteration finds». Ο Τίτος, αυτός ο υπέροχα περίπλοκος χαρακτήρας, δειλιάζει ενώπιον του διλήμματος και επιλέγει τη μονιμότητα του νόμου, και σε μια έκρηξη ερωτικής φαντασίωσης, φαντάζεται το πτώμα της Βερενίκης ως το απόλυτο σύμβολο της επιλογής του. Ομως το πραγματικό που προτείνει και εν τέλει πραγματοποιεί η Βερενίκη απέχει από την αντρική φαντασίωση της γυναικείας θυσίας, όπως βλέπουμε στη Διδώ, την Ιουλιέτα, την Ιζόλδη.
• Το έργο μένει τελικά μετέωρο, σαν να μην ολοκληρώνεται.
Η Βερενίκη αποχωρεί, ανατρέποντας πλήρως την αρχιτεκτονική του έργου, και με αυτόν τον τρόπο, παρουσιάζει μια επιπλέον χωρική διάσταση – άγνωστη μέχρι στιγμής στο έργο: ο χώρος τού πολύ μακριά, ο χώρος της φυγής, ο χώρος πέρα από την πόλη. Αυτόν τον χώρο επιλέγει η Βερενίκη, που εν πολλοίς είναι χειρότερος από το επέκεινα του θανάτου. Ο λόγος: στον θάνατο, το σώμα παύει, και άρα μένει σταθερό σαν σύμβολο πένθους του ζώντος εραστή. Η φυγή όμως ανοίγει στον παρατημένο εραστή τη βασανιστική διάσταση της αιωνιότητας, η αγαπημένη που έφυγε θα ζει και θα αναπνέει για πάντα. Αλλά, πλέον, μακριά από μας.
Φεστιβάλ Αθηνών-Πειραιώς 260, Κτίριο Δ. Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης. Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης. Σκηνικά: Αδριανός Ζαχαριάς. Κοστούμια: Ελευθερία Αράπογλου. Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου. Μουσική: Silent Move. Παίζουν: Μαρία Ναυπλιώτου, Νέστορας Κοψιδάς, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Σωτήρης Τσακομίδης, Θανάσης Δόβρης, Κλήμης Εμπέογλου. Συμμετέχουν η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη και ο τενόρος Χρήστος Κεχρής.
