Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί κανείς να κατανοήσει τους πολίτες που βγαίνουν ηρωικά υπέρ του όχι ή του ναι. Δεν ξέρω όμως πως μπορεί να δικαιολογηθεί η ελαφρότητα των πολιτικών, μπροστά στη σημερινή μείζονα κρίση.

Πόσοι από αυτούς θυμούνται την προηγούμενη κρίση εθνικών διαστάσεων, την κρίση γύρω από τα Ίμια, πως κλιμακώθηκε και εξελίχθηκε σε θερμό επεισόδιο και τι έγινε για να αποφευχθεί η γενικευμένη σύρραξη; 

Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1995, με την φιλοδοξία του υπουργείου Άμυνας να προωθήσει το νέο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στο Αιγαίο δια της πλαγίας, με μία επιχείρηση εποικισμού των βραχονησίδων.

Η αντίδραση της Τουρκίας επίσης εκδηλώθηκε παρελκυστικά, επιχειρώντας την ρυμούλκιση σκάφους που εξώκειλε στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Η ελληνική προχειρότητα από τη μία και η τουρκική προκλητικότητα από την άλλη, οδήγησαν σε μία κρίση που λίγο έλειψε να εξελιχθεί σε πόλεμο.

Η εμπλοκή κόστισε ανθρώπινες ζωές. Η απεμπλοκή είχε και αυτή κόστος, που ακόμη είναι ορατό στο γκρίζο status quo. 

Όσο εύκολο είναι μία ένταση να εξελιχθεί σε κρίση και να γίνει εμπλοκή, άλλο τόσο δύσκολη είναι η αποκλιμάκωση της έντασης και η απεμπλοκή. Η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΕΕ διαμόρφωσε ατύπως το δόγμα “της καλής γειτονίας και συνεργασίας”, με βασικό στόχο την δημιουργία θέσης ισχύος μέσω της οικονομικής ανάπτυξης.

Οι βάσεις της επιλογής, είναι βεβαίως προγενέστερες της κρίσης των Ιμίων. Μπήκαν την δεκαετία του ’80 και επισφραγίστηκαν τυπικά την περίοδο διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας με την οικονομική διείσδυση στην ΝΑ Ευρώπη.

Παρεμπιπτόντως, για όσους ασκούνται σήμερα στην διαχείριση κρίσεων, το πάθημα του Μιλόσεβιτς είναι μάθημα στην σύγχρονη θεώρηση των συγκρούσεων. 

Στην κρίση γύρω από τα Ίμια, η απεμπλοκή κατέστη δυνατή μετά από παρέμβαση, των ΗΠΑ με συμφωνία υποστολής των σημαιών και απόσυρση των πολεμικών δυνάμεων.

Χρειάστηκε βεβαίως και η δημόσια ευχαριστία του τότε πρωθυπουργού Κ. Σημίτη στην Ουάσινγκτον και επιπλέον ένα βαρύ εξοπλιστικό πρόγραμμα. 

Στην τρέχουσα κρίση, βρισκόμαστε σε τροχιά κλιμάκωσης αλλά η διαφορά οικονομικής ισχύος δεν αφήνει και πολλά περιθώρια ως προς την έκβαση της αναμέτρησης.

Το θέμα ήταν να μην εξελιχθεί η κρίση σε αναμέτρηση. Δυστυχώς όμως, αυτό συνέβη και το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι τι μπορεί να κερδίσουμε εμείς και τι οι εταίροι και δανειστές, ή για να το αντιστρέψουμε τι θα χάσει η κάθε πλευρά. Εάν η Ελλάδα προετοιμαζόταν για οικονομικό πόλεμο, θα έπρεπε να είχε φροντίσει τουλάχιστον να έχει πολεμοφόδια και γραμμές ανεφοδιασμού.

Όμως, τα ταμεία είναι άδεια και οι εναλλακτικές γραμμές ανύπαρκτες, ενώ σύμμαχοι δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα, τουλάχιστον σε επίπεδο εύρωστων κρατών ή οικονομικών οργανισμών.

Επιπλέον, αυτός ο ιδιότυπος πόλεμος, δεν γίνεται με ένοπλες ή άλλες ειδικές δυνάμεις, διεξάγεται σε επίπεδο γενικού πληθυσμού. Θα αντέξουμε λοιπόν περισσότερο εμείς, οι Έλληνες από τους άλλους Ευρωπαίους; 

Οι εμπλοκές, εκτός από κανόνες κλιμάκωσης και απεμπλοκής έχουν αναπόδραστο εργαλείο την επικοινωνία, την μάχη προπαγάνδας, που λειτουργεί καταλυτικά στο εσωτερικό των αντιμαχόμενων δυνάμεων αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον, συνθέτουν ή αποδομούν συμμαχίες.

Αυτή την ώρα είμαστε σε καταιγίδα επικοινωνιακών επιθέσεων από τους δανειστές, που μπορεί να συσπειρώνει την κοινωνία ανακλαστικά απέναντι στην εξωτερική απειλή, ωστόσο, η πραγματική απειλή, για κάθε κοινωνία που βρίσκεται υπό πίεση, είναι εσωτερική.

Αργά ή γρήγορα η σύγκρουση με τους δανειστές θα εκτονωθεί και μετά θα πρέπει να αναμετρηθούμε πάλι με τον εαυτό μας. Να ονειρευόμαστε ότι θα αρχίσει η ανάταξη και η ανάπτυξη, ως εκ θαύματος, είναι μία ωραία στιγμή, αλλά η πορεία μας τα τελευταία χρόνια, δεν είναι γραμμή ωραίων στιγμών, αλλά, συνεχόμενων λαθών. 

Το δημοψήφισμα που έχουμε μπροστά μας είναι μία κορυφαία στιγμή δημοκρατικής έκφρασης. Κι όμως ήδη βαραίνει σαν να πρόκειται για κορυφαίο λάθος.

Ας υποθέσουμε ότι η συμμετοχή θα είναι μεγάλη και δεν θα ανακύψει θέμα ακυρότητας. Μεγαλύτερη από την συμμετοχή στις πρόσφατες εκλογές δεν μπορεί να είναι για λόγους αντικειμενικούς (μετακίνησης των ετεροδημοτών και των εποχικά απασχολούμενων στον τουρισμό, έλλειψης χρημάτων κά).

Αν πλειοψηφήσει το όχι, ίσως να είναι σε απόλυτο αριθμό ψήφων χαμηλότερα από τις ψήφους που είχε πάρει η κυβέρνηση στις εθνικές εκλογές.

Το ίδιο ισχύει και για την εκδοχή να πλειοψηφήσει το ναι. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η μία ή άλλη εκδοχή υπερισχύσει με διαφορά, είναι αναπάντητο πολιτικά πως θα επιδράσει στις σχέσεις με τους εταίρους. Το πιθανότερο είναι ότι θα λειτουργήσει εσωτερικά σαν καταλύτης πολιτικών εξελίξεων. 

Μπορούμε την Κυριακή να πούμε όχι, φθάνει να συμφωνήσουμε πως θα ισοσκελίσουμε τώρα τα οικονομικά μας, χωρίς καμία χρηματοδότηση από το εξωτερικό, τους θεσμούς και τις αγορές.

Να συμφωνήσουμε δηλαδή πως θα καλύπτει το κράτος συντάξεις και μισθούς, βασικές υποχρεώσεις σε υγεία, παιδεία, πρόνοια. Όπως μπορούμε να πούμε ναι, αλλά και πάλι η χρηματοδότηση θα επιστρέφει στους δανειστές.

Το ευκταίο θα ήταν να μην ερχόμασταν σε αυτήν τη θέση, να είχαν συμμαζευτεί τα κακώς κείμενα και να έμπαινε σε πορεία εξυγίανσης η οικονομία.

Είμαστε όμως αναγκασμένοι να αναζητήσουμε το εφικτό, κάτω από αντίξοες συνθήκες. 

Αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε σε αυτό, ίσως να μην αποφύγουμε την ταπείνωση. Και η ταπείνωση μετά από κρίσεις όπως αυτή, δεν είναι προσωπική, ή πολιτική. Θα είναι γενική.

Ακόμη και αν το βράδυ της 5ης Ιουλίου οι νικητές (του ναι ή του όχι) βγουν στους δρόμους. Στην επιλογή μεταξύ δύο δεινών δεν υπάρχει νίκη.