Η πεποίθηση ότι η επιστήμη και η πρωτογενής έρευνα αποτελούν δημόσια αγαθά που πρέπει να προάγονται και να χρηματοδοτούνται από την πολιτεία στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι διευρύνουν τους πνευματικούς ορίζοντες της κοινωνίας, τεκμηριώνουν τον ορθό λόγο, απομακρύνουν τον σκοταδισμό και τη μεταφυσική και τροφοδοτούν την κοινωνία με τεχνολογικές εφαρμογές, διαδικασίες και προϊόντα τα οποία εν δυνάμει ανορθώνουν το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων.
Η φετιχιστική διασύνδεση της έρευνας με την επιχειρηματικότητα, η υποχρηματοδότηση της βασικής έρευνας επειδή δεν παράγει άμεσα εκμεταλλεύσιμο «προϊόν» και η αποτίμηση της αξίας της από την πολιτεία και με όρους εμπορικής ανταποδοτικότητας αναγκάζει πολλούς επιστήμονες να επιλέγουν ερευνητικές κατευθύνσεις με κριτήριο όχι το επιστημονικό ενδιαφέρον ή την παραγωγή γνώσης που αναπτύσσει το πνεύμα και τον πολιτισμό, αλλά με γνώμονα την άμεση χρηστικότητα του αποτελέσματος της έρευνάς τους στη βιομηχανία και το εμπόριο ώστε να εξασφαλίζουν τη χρηματοδότηση του εργαστηρίου τους και των συνεργατών τους.
Το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδοτικής νοοτροπίας στις βασικές επιστήμες θα έχει σημαντικές επιπτώσεις και στην τεχνολογική ανάπτυξη, αφού είναι τεκμηριωμένο ότι η βασική έρευνα τροφοδοτεί τη μελλοντική τεχνολογία με χρονική απόσταση πολλών δεκαετιών.
Στην περίπτωση των ανθρωπιστικών/κοινωνικών επιστημών, ο ανταγωνισμός για τις πενιχρές χρηματοδοτήσεις σπρώχνει τους επιστήμονες να επιταχύνουν τις μελέτες τους, παραβιάζοντας συχνά την αυστηρότητα της επιστημονικής μεθοδολογίας, επιδιώκοντας ταχεία πρόσβαση στα ΜΜΕ με εύπεπτα, «κοινωνικά επιδιωκόμενα» και «προσφιλή» αποτελέσματα (περίπτωση ανασκαφής στην Αμφίπολη).
Η επιδίωξη της προβολής στα ΜΜΕ των αποτελεσμάτων της έρευνας ως μοχλού πίεσης για την εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων επεκτείνεται και στις βασικές θετικές επιστήμες με ντροπιαστική συνήθως κατάληξη.
Παράδειγμα, η περίπτωση της πρόσφατης «ανακάλυψης» αρχέγονων βαρυτικών κυμάτων από την ερευνητική ομάδα του BICEP2 – γεγονός που, αν επιβεβαιωνόταν, θα αποτελούσε συνταρακτική εξέλιξη στην κατανόηση των αρχικών συνθηκών που προκάλεσαν τη διαστολή και τη μετέπειτα εξέλιξη του Σύμπαντος.
Η ερευνητική ομάδα παρουσίασε βιαστικά τα πορίσματά της στον διεθνή Τύπο πριν γίνουν οι απαραίτητοι επιστημονικοί έλεγχοι, οι οποίοι τελικά έδειξαν ότι υπήρχε λάθος στην ανάλυση δεδομένων· ως εκ τούτου το κύρος της ερευνητικής ομάδας επλήγη, ενώ αποκαλύφθηκε η ανοησία στην οποία μας έχει οδηγήσει η σύγχρονη χρηματοδοτική αντίληψη που απαιτεί την άμεση παραγωγή χρηστικού «προϊόντος», που μπορεί να είναι ακόμα και η «συνταρακτική» είδηση.
Σε αυτή όμως την κατηφή πραγματικότητα της σχεδόν παγκόσμιας κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου ιδεολογήματος και των συνεπακόλουθων στρεβλών αντιλήψεων για την έρευνα και την παιδεία, έχουμε στην Ελλάδα ένα νέο ανατρεπτικό δεδομένο, την άνοδο της πρώτης μη νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης σε όλη την Ευρώπη.
Ανοίγονται πλέον δυνατότητες προώθησης ρηξικέλευθων πολιτικών στην παιδεία και την έρευνα που αλλάζουν εκ βάθρων τη μονοδιάστατη προσπάθεια προσαρμογής τους στις ανάγκες μιας απορρυθμισμένης και ανεξέλεγκτης αγοράς.
Η επιστημονική έρευνα μπορεί να αποτελέσει ένα από τα άρματα της ποθούμενης ανάπτυξης, έναν τροφοδότη της προσπάθειας να βγει η Ελλάδα από την πολυδιάστατη κρίση.
Μπορούμε και πρέπει να αξιοποιήσουμε το εξαιρετικού επιπέδου ερευνητικό προσωπικό της χώρας, όπως αναδεικνύεται από τις τακτές αξιολογήσεις των τελευταίων 20 ετών, και την ευρύτατη κάλυψη επιστημών που θεραπεύονται στα εθνικά ερευνητικά κέντρα και στα ΑΕΙ, να αξιοποιήσουμε τους τομείς στους οποίους έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως είναι αυτοί των ανθρωπιστικών επιστημών (π.χ. αρχαιολογία, ιστορία, παλαιοντολογία), των επιστημών της θάλασσας αλλά και των θετικών και κοινωνικών επιστημών.
Να αναπτύξουμε τη διεπαφή μεταξύ ερευνητικών φορέων και κοινωνίας για την προβολή και την εκλαΐκευση των αποτελεσμάτων της έρευνας.
Από την άλλη, επιβάλλεται να υπάρξει συνέργεια ανάμεσα στην ερευνητική δραστηριότητα και την επιχειρηματικότητα στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης, μιας και αυτό μπορεί να δημιουργήσει όχι μόνο νέες θέσεις εξειδικευμένης εργασίας, συγκρατώντας την μετανάστευση επιστημόνων, αλλά και τις προϋποθέσεις για την παραγωγή καινοτόμων προϊόντων, μεθοδολογιών και υπηρεσιών, κοινωνικά επωφελών αλλά και ανταγωνιστικών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Για την επίτευξη αυτών των στόχων πρέπει να γίνουν βαθιές τομές στο θεσμικό πλαίσιο ώστε να αναδειχθεί η ερευνητική δραστηριότητα των εθνικών ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ ως λειτούργημα, να θεσμοθετηθεί ο ενιαίος χώρος παιδείας και έρευνας και να εκδημοκρατιστεί η λειτουργία των ερευνητικών κέντρων καταργώντας τη μονοκρατορία του διευθυντή (που προσδίδει την κακώς νοούμενη νοοτροπία δημόσιας υπηρεσίας σε έναν τομέα ο οποίος μπορεί να αποδώσει μόνο μέσα από συνέργειες και συμμετοχικές διοικητικές διαδικασίες).
Επιπλέον χρειάζεται, πέρα από γενναία χρηματοδότηση, να αλλάξουν οι προτεραιότητες αλλά και τα κριτήρια χρηματοδότησης των ερευνητικών προτάσεων. Η επιστημονική αριστεία, με την έννοια της ρηξικέλευθης και επαναστατικής προώθησης της έρευνας και γνώσης, πρέπει να προωθείται και να επιβραβεύεται, αλλά παράλληλα πρέπει να υπάρξει μια πολιτική ανόρθωσης του μέσου επίπεδου της ερευνητικής δραστηριότητας, η επίτευξη της οποίας θα δώσει και νέες δυνατότητες ανάπτυξης αριστείας.
Επομένως είναι επιβεβλημένη η χρηματοδότηση, έστω και σε κάποια ελάχιστη βάση, της ερευνητικής δραστηριότητας όλων των ενεργών ερευνητών στα ΑΕΙ και τα ερευνητικά κέντρα, η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και παράλληλα η απλοποίηση της διαδικασίας αποτίμησης του ερευνητικού έργου και της αποδοτικότητας των πολιτικών χρηματοδότησης.
Το ΥΠΠΘ έχει καταθέσει ένα μεταβατικό νομοσχέδιο με ουσιαστικές αλλαγές στην παιδεία και στην έρευνα, επαναφέροντας το αυτοδιοίκητο και τη δημοκρατική λειτουργία των ΑΕΙ και καταργώντας πολλές διατάξεις νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την ερευνητική δραστηριότητα.
Ωστόσο χρειάζονται πιο δραστικές θεσμικές αλλαγές στον χώρο της έρευνας, οι οποίες ευελπιστούμε ότι θα προωθηθούν με νέο νόμο-πλαίσιο που ήδη εξήγγειλε ο υφυπουργός Ερευνας.
*καθηγητής Τμήματος Φυσικής ΑΠΘ (πρώην ερευνητή του Εθνικού Αστεροσκοπείου)
