Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η έκπληξη αυτή τη φορά είναι πως κάποτε έτυχε να πάει και το βουνό στον Μωάμεθ, κι έτσι βρέθηκα κι εγώ εν μέσω Φεστιβάλ Αθηνών στο Βερολίνο να παρακολουθώ τις τελευταίες παραγωγές της Σάουμπινε. Και μπορώ να φέρω από εκεί φρέσκα κουτσομπολιά. Οπως, λόγου χάρη, ότι η ιστορική -έκλεισε πρόσφατα πεντηκονταετία- προοδευτική σκηνή του Βερολίνου δεν περνάει την πλέον ανθηρή περίοδό της. Και πως αρκετές φωνές στη Γερμανία, χαμηλόφωνα προς το παρόν, αντιδρούν σε μια έλλειψη δυναμισμού και ποικιλίας την οποία διαπιστώνουν στις επιλογές του διευθυντή της.

Δεν φτάνουν βέβαια όλα αυτά ώς εμάς, στην Αθήνα. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε και καλοφαίνονται σε κάποιον περαστικό θεατή της Σάουμπινε. Για να είμαι ειλικρινής, εδώ άλλα διαπιστώνω, προσωπικά. Κυρίως αυτό: ό,τι και να πούμε, οι άνθρωποι της Σάουμπινε διαθέτουν σε αφθονία αυτό που λέμε «στυλ».

Ενα «στυλ», μάλιστα, που εκφράζεται όχι μόνο παραμέσα, στις παραστάσεις τους, (με καλλιτεχνικό ύφος πολύ χαρακτηριστικό, ομοιογενές, κάπως κουραστικό μετά από λίγο, οπωσδήποτε όμως αμέσως αναγνωρίσιμο και επομένως εύκολα εμπορεύσιμο), όχι μόνο στο γνωστό υπέροχο κτίριο, αλλά κυρίως σε όλα τα μέσα της προβολής. Από τα προγράμματα και τα πόστερ μέχρι τα μπλουζάκια και τα κουτιά με σπίρτα που διανέμονται δωρεάν στο φουαγέ. Σε όλα βρίσκεται, πανταχού παρόν – απόδειξη μιας μελετημένης σχεδιαστικής επιμέλειας.

Είναι ένα αμπαλάζ που δίνει στη Σάουμπινε την ταυτότητά της. Κι έχει βρει βέβαια και μιμητές. Πρώτα εμάς. Θυμηθείτε την εικόνα του Φεστιβάλ, πόσο άλλαξε σε αυτό το επίπεδο από τον Γιώργο Λούκο και μετά. Και θυμηθείτε έπειτα τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Γιάννη Χουβαρδά να φέρει και στο δικό μας Εθνικό κάποιον αέρα στυλιστικής ταυτότητας. Σε όλα πλέον παίζει ρόλο το στυλ.

Ακόμα και στις περίεργες φωτογραφίες των δικών μας ηθοποιών, που κοσμούν φέτος τους τοίχους της Πειραιώς. Κι αυτές από τη Σάουμπινε προέρχονται. Αποτελούν μέρος του φετινού της προγράμματος προώθησης, μέσω της (παρόμοιας αισθητικής με τη δική μας) φωτογράφησης των ηθοποιών της.

Θα μεταφέρω λοιπόν τις εντυπώσεις μου από μια παράσταση που είδα μόλις το Σάββατο: την πρεμιέρα του «Nachtasyl» στη Σάουμπινε, σε διασκευή των Jürgen Gosch και Wolfgang Wiens, μετάφραση του Andrea Clemen και σκηνοθεσία του ολοένα ανερχόμενου σκηνοθέτη Μίκαελ Ταλχάιμερ. Θα μιλήσω για αυτήν την παράσταση γιατί θέτει, όπως πιστεύω, ένα θέμα κάπως πιο ανοιχτό από τη συγκεκριμένη παραγωγή ή την επιμέρους κριτική. Είναι το θέμα του «προγράμματος» (αν το πω «project» θα γίνω κατανοητός…) που εκπονείται από έναν καλλιτέχνη σε βάθος χρόνου, με κίνδυνο βέβαια τελικά να κατηγορηθεί ότι μιμείται ο ίδιος τον εαυτό του.

Ανθρώπινα ράκη

Η παράσταση λοιπόν του «νυχτερινού ξενώνα» του Γκόρκι (γνωστού παγκοσμίως με τον τίτλο «Στον βυθό») αποτελεί τη συνέχεια της προηγούμενης εργασίας του Ταλχάιμερ στους «Αρουραίους» του Χάουπτμαν, τους οποίους -τι ευτύχημα!- είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε κι εμείς στο Φεστιβάλ του 2009. Κι αληθινά, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τα δύο έργα εύκολα αντιπαραβάλλονται: και στα δύο, ανθρώπινα ράκη δρουν κατά τον τρόπο που το περιβάλλον τούς επιτάσσει.

Τα πρόσωπα του Γκόρκι, όπως και του Χάουπτμαν, έχουν χάσει την πολιτική τους υπόσταση: μακριά από κάθε κοινωνική τάξη (ας μην κοροϊδευόμαστε, η επανάσταση τους σκέφτεται μα δεν τους προσμετρά) βρίσκονται εκτός του ορίζοντα. Κι όσο κι αν ζητήσουμε να τους δούμε σε κάποιο πλαίσιο, διαφεύγουν. Είναι μόνο ο πλατύς ανθρωπισμός, μία άνευ όρων παράδοση στο διάταγμα της Αγάπης, που μπορεί να δώσει σ’ αυτούς τους ανθρώπους φωνή και παρουσία.

Και στα δύο έργα, λοιπόν, το σκηνικό ήταν ίδιο ή, έστω, παρόμοιο. Ο ίδιoς σκηνογράφος και στις δύο παραγωγές, o Oλαφ Αλτμαν (από μόνος του μεγάλο κεφάλαιο για το σημερινό γερμανικό θέατρο), έστησε πάλι μια χαμηλοτάβανη, αποπνικτική σκηνή, μια κλειστοφοβική παγίδα, στην οποία τα πρόσωπα μόλις και μπορούν να σηκωθούν όρθια και να ανασάνουν.

Εδώ, στον Γκόρκι, η βασική ιδέα δίνει την τομή ενός υπόνομου, ένα κυλινδρικό σχήμα στο οποίο οι ηθοποιοί στην κυριολεξία γλιστρούν σαν σε τσουλήθρα. Δεν είναι όμως αυτό μόνο. Από την κορυφή του έρχονται επιπλέον κατά καιρούς κάτι ύποπτα υγρά, λασπερά απόνερα της έξω κοινωνίας.

Σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον οι άνθρωποι άλλοτε περπατούν με δυσκολία κι άλλοτε ξαπλώνουν. Κυρίως όμως γλιστρούν στα σιχαμερά λύματα, κυλιούνται και λερώνονται. Το αποτέλεσμα είναι πως όσο αποκτούν μπροστά μας μια κάποια υπόσταση, όσο κερδίζουν τη «συμπάθειά» μας, άλλο τόσο γίνονται εξωτερικά πιο αποκρουστικοί.

Δύο δυνάμεις δρουν επομένως ταυτόχρονα: ό,τι κερδίζεται στο θέατρο, χάνεται σε μια εκτός θεάτρου πραγματικότητα. Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί επιμένω τόσο στην περιγραφή. Πρώτον, για να τονίσω το γεγονός ότι λείπει από το θέατρό μας η σκηνογραφία, μέγεθος και σύλληψη του περιβάλλοντος χώρου στο θέατρο. Και, έπειτα, για να δείξω την τόλμη με την οποία ο σκηνοθέτης θέτει τη μία δική του σύλληψη ενώπιον και εν συνεχεία της προηγούμενης. Δίνει έτσι το έρεισμα να διαβάσουμε μαζί τα δύο έργα, να τα δούμε αντικριστά και να διδαχθούμε από αυτά.

Χάθηκε η εσωτερική ζωή

Από εκεί και πέρα, οι όποιες διαφωνίες είναι απολύτως σεβαστές: μοιάζει γενικά αυτό το θέατρο να έχει εγκλωβιστεί όχι μόνο σε ένα σταθερό ύφος, αλλά και σε μια θεώρηση του κόσμου. Με έναν τρόπο, όλα γίνονται τελικά «φόρμα», περιβάλλον, σκηνικό. Εχει χαθεί η αίσθηση της εσωτερικής ζωής, κάποιος βαθύς ρεαλισμός, ένας πλούτος αφανής κι αμίλητος.

Λείπει και η επιμέρους ερμηνεία. Για παράδειγμα, «Στον βυθό» πολλά εξαρτώνται από το νόημα που θα δώσεις στον «Προσκυνητή» Λούκα. Είναι Αρχάγγελος του Σκότους, Καραγκιόζης, αμετανόητος Πιστός ή μια αγαθιάρα Πολυάννα; Εδώ, το πολύ να πει κανείς πως ο Λούκα είναι κάποιος περαστικός, που με αγαθές προθέσεις κάνει τελικά τα πράγματα χειρότερα… Δεν είναι κακό αυτό, αλλά δεν οδηγεί «στον βυθό»…

Δεν προχωρώ στον σχολιασμό των ηθοποιών. Μονάχα να πω ότι έχουν εξελιχθεί πλήρως σε αυτό το σχήμα θεάτρου, αποτελώντας πλέον μέρος του σκηνικού εξπρεσιονιστικού κόσμου του. Δεν προκαλούν συγκίνηση, αλλά ηλεκτρισμό. Δεν διδάσκουν, αλλά μεταδίδουν. Και εν τέλει λειτουργούν με τέτοια πειθαρχία, ώστε να φέρνουν στο μυαλό τις παλιές εκείνες υπερ-μαριονέτες του Κρέιγκ.