Λέξεις μικρές, πράξεις ήπιες· να κρατάς μικρά πράγματα στις χούφτες σου και αυτά να ανταποδίδουν μεγαλώνοντάς σε. Μικρή, δαιμονική ποίηση, λόγια πατρικά, θωπείες μητρικές. Να κουρσεύεται η θλίψη, ν’ ανακαλύπτονται σπήλαια στη νοσταλγία, να προστατεύουν από αγριότητες και κύματα. Αμέτρητα αστέρια να τρεμοσβήνουν. (Γιατί;) Λευκές ψυχές και άτσαλα φτεροκοπήματα. Σπινθήρες ελπίδας (Τρίτες Ματιές).
Νάματα μνήμης να δημιουργούν λίμνες και θάλασσες μέσα στα μάτια· σκαλιά σκληρά να οδηγούν σε σελίδες του ουρανού. Πορφυρά φιλιά. Μπα; Οδοφράγματα και κρύες νύχτες, πυρπολημένες από το νόημα του Καλοκαιριού· έρχεται, ήλθε, είναι εδώ παρότι απουσιάζουν η ευεργεσία του, η υγρασία, η ζεστασιά, το φως. Πού πήγαν όλα τούτα; Τα τρόμαξαν ο ψυχρός αέρας της Ευρώπης, τα σαρκοβόρα χελιδόνια της, τα ανύπαρκτα τζιτζίκια της. Για δες. Τα τσιγάρα δεν ανάβουν, ούτε η αυγή ανατέλλει. Και οι μεγάλες προσδοκίες;
Ο θυμός της Μεσογείου; Και οι σκεπές χάθηκαν. Μα, τι συμβαίνει, τι στον κόρακα; Γιατί δεν διασταυρώνονται τα ξίφη της αξιοπρέπειας με εκείνα της βαρβαρότητας, αβάσταχτα απολίτιστης;
Τι λένε οι σχεδόν Ευρωπαίοι Ελληνες; Ολοι που βλέπουν στους συμβιβασμούς την ανωτερότητα του πνεύματος και των κοινωνιών; Τι να λέμε τώρα. Περαστικές φιγούρες που κάπου κάπου εκτοξεύουν τις (μετα)νεωτερικές ανοησίες τους. Πάνε οι μεγάλες αφηγήσεις και η προσπάθεια να αλλάξει ο κόσμος. Λυγμοί μόνο και καμιά λυτρωτική τρέλα.
Ολα κάτω από την ομπρέλα (της παραίτησης, της υποταγής, του «έτσι έχουν τα πράγματα»). Να τα μας. Ετσι -λεν οι συνετοί- προχωρεί η ανθρωπότητα. Μα τι έπη ξεφεύγουν από τα τείχη των δοντιών τους; Τι μυαλό κουβαλάνε; Ποια είναι η λύση; Δεν βλέπουν πόσο ασκημύναμε άπαντες; ΄Η μήπως έτσι μας θέλουν; Κακόκεφους, κακομούτσουνους, θλιβερούς, αγέλαστους, ανέραστους και λοιπά;
Και πώς, διάβολε, θα κατασκευάσουμε το αλέτρι για να σκάψουμε βαθιά στη συνείδηση της χαράς και της αντίστασης; Πέθαναν οι άντρες κι οι γυναίκες της νιότης χωρίς να προλάβουν να μιλήσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Ετσι άναυδοι, άσοφοι, απληροφόρητοι δεχόμαστε παθητικά τα γεγονότα των πριν και των νυν γενεών πολιτικών, αθύρματα της εκείνων γνώσης! Πάμε, πάλι: Λέξεις μικρές, πράξεις ήπιες, μπας και συναντηθούμε με το μέτρον και την υπομονή (του). Τι θα γίνουμε οι ασεβείς (αφελείς); Πού να στρέψουμε τα βέλη της κριτικής, όταν μας διαφεύγει η καλή συνείδηση της γνώσης;
Εχουμε και λέμε: Δεν λέμε ποτέ «σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω». Ποτέ. Δεν λέμε ποτέ σε εισβολείς «καλώς ορίσατε κι εσείς κι ο πολιτισμός σας» κι αφού είστε οι «δυνατοί», ε, τι να κάνουμε, θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια μη μας τα κόψετε κι αυτά. Πίνουμε ένα ποτό όλοι μαζί και το κουβεντιάζουμε.
Την άλλη μέρα το ξανασυζητάμε χωρίς να πιούμε ποτό. (Κάπως έτσι έπαιρναν τις αποφάσεις τους οι αξιωματούχοι των σατραπικών τυραννιών.) Κάτι θα βγει, αφού ουδείς εχέφρων επιδιώκει τη ρήξη. Ακατανόητη φαντάζει η άρνηση, αλλά μπροστά στους πολλούς βγάζεις τον σκασμό.
Ιδεολογία, αισθητική, πίστη, φανατισμός αγκαλιάζονται σφιχτά· και πώς να αντεπεξέλθεις στο χρέος σου να υπηρετήσεις (ή όχι) το καθένα ξεχωριστά; Απαγορεύονται τα ταξίδια με τον Δον Κιχώτη, απαγορεύεται το άγχος στην πολιτική· δεν υπάρχουν δημοκρατίες χωρίς δήμο (πώς θα ήταν λογικό;), έθνος και οικουμενικότητα θα μπορούσαν να είναι ένα και το αυτό.
Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να παραμένουμε με σταυρωμένα χέρια ούτε να επιζητούμε άλλα λόγια ώστε μόνο ν’ αγαπιόμαστε. Τα λόγια τα καίρια πρέπει να τα λέμε.
Χρη λέγειν τα καίρια, Σοφοκλής.
