Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άγρια Μεταπολίτευση, και στον ορίζοντα διαφαίνεται η ανάρρηση της νέας τάξης πραγμάτων, που θα καταλάβει γρήγορα και τη δεκαετία του ‘80.

Είναι το πλαίσιο στο οποίο ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά γράφουν ένα από τα σπουδαιότερα έργα του νεοελληνικού ρεπερτορίου, μια κωμωδία ανατροπών, πολιτική φάρσα, σάτιρα του «υπογείου» εντός του οποίου γίνονται οι διεργασίες για την πολιτική της αρπαχτής, του λαϊκισμού και των ημετέρων, που έπεται.

Τέλη του ‘70 οι «Δάφνες και πικροδάφνες» ανεβαίνουν -πού αλλού;- στο Θέατρο Τέχνης και γίνονται αμέσως επιτυχία. Είναι άλλωστε φυσικό: το θέατρο του Κουν όχι μόνον είχε τα εφόδια για να απογειώσει τον ρεαλισμό των συγγραφέων. Αλλά είχε και ώς έναν βαθμό προϊδεάσει γι’ αυτούς.

Οι περισσότεροι από τους ταλαντούχους συγγραφείς μας έγραφαν άλλωστε με βάση τους κώδικές του – ήταν κατ’ ουσίαν «φιλοξενούμενοι συγγραφείς» του.

Το πρόβλημα όμως έτσι κι αλλιώς δεν είναι να πείσεις ως προς την αξία των Κεχαΐδη και Χαβιαρά.

Το πρόβλημα είναι να πείσεις τους νεότερους να τους ανεβάσουν. Μπορείτε να βάλετε με το μυαλό σας κάποιον από τους πιο ανήσυχους σκηνοθέτες μας να ανεβάζει με την ομάδα του σε κάποιο φεστιβάλ με πρωτότυπο τρόπο, ας πούμε, τις «Δάφνες»;

Πολύ δύσκολα… Αυτό και μόνο πρέπει να μας προβληματίσει, να μας κάνει να δούμε τα πράγματα πέρα από τη βασική τους συνιστώσα. Αν πιστεύουμε αληθινά στα έργα αυτά, πρέπει να προτείνουμε επειγόντως τη σκηνική ανανέωσή τους.

Και αληθινά, να που τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν ενδιαφέρον. Ο Θοδωρής Γκόνης έρχεται τώρα από την Καβάλα στο «Θησείον» για να τσιγκλίσει τις βεβαιότητες μας με μια νέα εικόνα.

Μπορώ να το πω από τώρα: οι «Δάφνες» στο Θησείο αποτελούν πέρα από όλα μια έκπληξη. Οι περισσότεροι θεατές γνωρίζουν το έργο. Κι όμως φεύγουν από το θέατρο με την εντύπωση πως το εκτιμούν τώρα για πρώτη φορά.

Πίσω από αυτή την οπτική κρύβεται μια πολύ απλή και πολύ τολμηρή συλλογιστική. Δεν διαφωνεί ασφαλώς κανείς πως στις «Δάφνες» η αποτύπωση του παιχνιδιού εξουσίας, το οποίο στα κατώτερα, αδιαφανή στρώματα της κομματικής ιεραρχίας χάνει κάθε επίφαση λεπτότητας, μετατρέπεται σε πεδίο ανοιχτής διαπλοκής, εξαπάτησης και κυνικής επικράτησης.

Μόνο που αυτά δεν αρκούν για να μετατρέψουν τη ρεαλιστική κατάθεση σε πολιτική σάτιρα: Στο έργο των Κε- χαΐδη-Χαβιαρά (και ασφαλώς όχι μόνον εκεί) υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα.

Το πρώτο έχει να κάνει, όσο και αν ακούγεται παράδοξο, με τη συντριπτική επιτυχία του σαν ηθογραφική αποτύπωση.

Τα πρόσωπά του είναι εξαιρετικά κοντινά, πολύ γνώριμα, συμπαθητικά. Είναι γεμάτα από τη θέρμη της εποχής και την ανθρώπινη διάσταση της αδυναμίας τους. Είναι γι’ αυτό πολύ «δικά μας». Δύσκολα κάποιος από εμάς μπορεί να τους ασκήσει βαθιά κριτική.

Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Αυτό που λένε οι «Δάφνες» δεν είναι μόνον ότι κάπου στην Τρίπολη, κάποτε στις αρχές του ‘80, αυτοδίδακτοι Μαίτερλινκ σε μορφή και μέγεθος τοπικού παράγοντα αγωνίζονται να επικρατήσουν στην παρτίδα της εξουσίας. Μακάρι να έλεγε μόνον αυτό!

Λένε ακόμα -έτσι το διαβάζουμε εμείς σήμερα- πως οι χαριτωμένοι διάβολοι της κομματικής πρέφας εν τέλει τα κατάφεραν! Πως για τα επόμενα χρόνια η ζωή, τα όνειρα κι οι στόχοι μας ήταν δικά τους.

Ποιος αμφιβάλλει ότι «το τραστ» που οι τέσσερις απεργάζονται τελικά «συγκροτήθηκε»; Οτι οι τέσσερις εγκαταστάθηκαν σε γραφεία της Αθήνας;

Και πως κρατώντας στα χέρια τους φωτογραφίες από τη χούντα «που καίνε» έγιναν παράγοντες, εκδότες κι εργολάβοι;

Το μόνο που χρειάζεται για να το δούμε αυτό είναι να σπάσουμε τη φόρμα της συνενοχής, να ραγίσουμε μια θαυμάσια, περίτεχνη κρούστα ρεαλισμού, την ασπίδα συμπάθειας, που κρατάει το αληθινό κριτικό νόημα του έργου σε ύπνωση.

Αυτό κάνει τώρα κι ο Θοδωρής Γκόνης. Με τεχνάσματα παραξενίσματος διατηρεί τον ρεαλιστικό πυρήνα, τον απλώνει όμως στο περιβάλλον ενός σύγχρονου πολιτικού θεάτρου. Γι’ αυτό εξάλλου στο Θησείο οι «Δάφνες» μοιάζουν περιέργως έργο μεγαλύτερο από ό,τι θυμόμαστε.

Αυτή η λοξή ματιά ανανεώνει τον Κεχαΐδη και τη Χαβιαρά, αλλά και τους αποκαθιστά στα μάτια της νεότερης γενιάς. Κάνει μαζί με όλα αυτά και κάτι άλλο: βοηθάει τους ηθοποιούς της παράστασης να παίξουν σε μεγαλύτερη γκάμα από τα καθιερωμένα.

Ξεκινώντας από τον μοιραίο «Κώστα» του Ανδρέα Τσιαπτσιάδη, στον (προσωπικά πιστεύω πιο επικίνδυνο) «Αλέκο» του Παύλου Σταυρόπουλου. Κι από τον μεστό «Τάσο» του Αλέξανδρο Καλπακίδη, στον γραφικό «Βασίλη» του Δημήτρη Κοντού, τέσσερις χαρακτήρες συμμετέχουν σε μια νύχτα που «βγάζει αρχηγό», με κομμένη την ανάσα και συνεχείς ανατροπές. Είναι ασφαλώς «κωμωδία» όλο αυτό.

Αλλά εκεί ακούμε να χτυπά η αρτηρία του εθνικού μας πεπρωμένου.