Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αποκαλούνται «Εκπατρισμένες Παγιδευμένες Μητέρες» και παλεύουν για το δικαίωμα να ζήσουν μαζί με τα παιδιά τους. Η ρίζα του προβλήματος -γράφει ο «Guardian»- είναι οι νομικές αοριστίες της διεθνούς σύμβασης που διέπει τις περιπτώσεις των οικογενειών που ναι μεν μετακομίζουν προσωρινά ή μόνιμα σε άλλη χώρα, αλλά στην πορεία η σχέση διαλύεται και ο ένας από τους δύο γονιούς θέλει να επιστρέψει στην πατρίδα με τα παιδιά του.  

Η Σύμβαση της Χάγης για τις Αστικές Πτυχές των Απαγωγών Τέκνων Διεθνώς του 1980 ορίζει ότι ο ένας γονιός δεν μπορεί να πάρει το παιδί του από τη χώρα της «συνήθους διαμονής» χωρίς τη συναίνεση του άλλου γονιού και οποιαδήποτε τέτοιο αίτημα θα πρέπει να διευθετηθεί στα δικαστήρια της χώρας διαμονής – έστω και προσωρινής.

Αυτή η σύμβαση δεν λαμβάνει υπόψη τις μεσοπρόθεσμες μετακινήσεις ή δοκιμαστικές μεταναστεύσεις και δεν υπάρχει σαφής ορισμός τι συνιστά «συνήθη διαμονή» ενός παιδιού, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να οριοθετείται από τη στιγμή που το αεροπλάνο προσγειώνεται σε ξένη χώρα.

Κι αυτή η απόφαση εξαρτάται από έναν δικαστή – συχνά πρόεδρο ενός μικρού δικαστηρίου σε μια επαρχιακή πόλη, όπου τέτοιου είδους οικογενειακές διαφορές είναι πρωτοφανείς για την τοπική κουλτούρα. Έτσι αυτές οι μητέρες μπορεί να κατηγορηθούν για απαγωγή παιδιού εάν επιστρέψουν στην πατρίδα τους με τα παιδιά τους ή αντίθετα για εγκατάλειψη των παιδιών τους, εάν επιστρέψουν μόνες τους στην πατρίδα τους για να προσπαθήσουν από εκεί να τα διεκδικήσουν.       

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, με τις συχνές πλέον μετεγκαταστάσεις σε άλλες χώρες, έχει οδηγήσει σε αύξηση κατά 45% των υποθέσεων απαγωγών που εκδικάζονται με βάση τη Σύμβαση της Χάγης από το 2003 έως το 2008 και οι οποίες αφορούν 5.000 παιδιά. Αυτό σημαίνει ότι ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός γονιών -κυρίως μητέρες- αναγκάζονται να επιστρέψουν στις ξένες χώρες με τα παιδιά τους, προκειμένου να διεκδικήσουν σε ξένα δικαστήρια το δικαίωμα να επιστρέψουν όλοι μαζί στην πατρίδα τους. 

Η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων σε δικαστήρια άλλης χώρας χρειάζεται κατά μέσο όρο δύο έως πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί, με κόστος δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Η οργάνωση των μητέρων διεκδικεί το διάστημα αυτό να περιοριστεί στη διετία, στη διάρκεια της οποίας οι γονείς να μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, χωρίς να χρειάζονται την έγκριση ξένου δικαστηρίου.  

Η ανεξάρτητη νομική επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου έχει προτείνει να γίνει πιο αυστηρός ο νόμος για τις διεθνείς περιπτώσεις απαγωγών παιδιών από έναν γονιό και το αδίκημα να τιμωρείται με 14 χρόνια φυλάκιση. Η νέα κυβέρνηση Κάμερον έχει μέχρι τα μέσα Αυγούστου για να απαντήσει. 

Η εφημερίδα «Guardian» παραθέτει τις τέσσερις ιστορίες μητέρων που μετακόμισαν στο εξωτερικό με τις οικογένειές τους, πιστεύοντας αφελώς ότι επειδή οι ίδιες και τα παιδιά τους είναι Βρετανοί υπήκοοι, θα μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όποια στιγμή θέλουν:

►Γουέντι

«Το μόνο που ελπίζω είναι ότι όταν ο γιος μου γίνει 16, θα έρθει να με βρει»

Έφυγα για το εξωτερικό με τον γιο μου και τον πατέρα του το 2013. Ήμασταν ζευγάρι μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά η σχέση μας διακόπηκε λόγω των ξεσπασμάτων βίας του. Τον ακολούθησα με τον παιδί μου στο εξωτερικό νομίζοντας ότι είχαμε συμφωνήσει πως μπορούμε να ζήσουμε μαζί ως φίλοι και πως κι εγώ θα μπορούσα να επιστρέψω στη Βρετανία όποτε το επιθυμούσα.

Έξι μήνες μετά την άφιξή μας εκεί έγινε πάλι βίαιος. Πέντε μήνες αργότερα πήγα στην αστυνομία. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση. Αυτός είπε ότι θα ασκήσει έφεση.

Και ο δικαστής τότε απεφάνθη ότι επειδή δεν θα πήγαινε φυλακή όσο εκκρεμούσε η έφεσή του κι εγώ δεν είχα καθόλου χρήματα, θα έπρεπε αυτός να έχει την επιμέλεια του παιδιού. Μου είπαν ότι εάν έφευγα για την πατρίδα μου, μαζί με το παιδί, θα μου ασκούσαν μήνυση για απαγωγή ανηλίκου με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Έγινα ράκος.

Νόμιζα ότι επειδή είμαι Βρετανίδα και επειδή και η χώρα όπου εγκατασταθήκαμε ήταν στην Ευρώπη, η διαφορά μας θα ρυθμιζόταν από το βρετανικό δικαστικό σύστημα.

Στη διάρκεια των επόμενων έξι μηνών εμφανίστηκα στο δικαστήριο τέσσερις φορές. Μου κόστισε 15.000 ευρώ. Και όταν ενημέρωσα το οικογενειακό δικαστήριο ότι πλέον δεν είχα άλλα χρήματα και έπρεπε να επιστρέψω στη Βρετανία, με διέταξαν να παραδώσω το παιδί στον πατέρα του.

Βγήκα από το δικαστήριο και δεν είχα απολύτως τίποτα: δεν είχα σπίτι, δεν είχα χρήματα- ο πρώην μου είχε καταστρέψει όλα τα πράγματά μου και το διαβατήριό μου- και κυρίως δεν είχα το παιδί μου.  

Μία μέρα μετά την επιστροφή μου στη Βρετανία έλαβα ένα τηλεφώνημα μέσω Skype από τον γιο μου, ο οποίος κλαίγοντας γοερά μου είπε ότι δεν θέλει να μου ξαναμιλήσει ποτέ ξανά. Ο πατέρας του στεκόταν από πίσω του, εκτοξεύοντας βρισιές εναντίον μου.

Δεν έχω καταφέρει να μιλήσω με το παιδί μου από τότε. Δεν έχω άλλα χρήματα για να συνεχίσω τη δικαστική διαμάχη στο εξωτερικό και δεν έχω νομική βοήθεια για να το παλέψω στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 

Το μόνο που περιμένω είναι να αλλάξει κάτι στη Σύμβαση της Χάγης, έτσι ώστε να μπορεί η υπόθεση να εκδικαστεί στα βρετανικά δικαστήρια. Αλλιώς, θα πρέπει να ελπίζω ότι όταν ο γιος μου γίνει 16, θα έρθει να με βρει. Προς το παρόν επαφίεμαι σε φίλους που μένουν κοντά στον πατέρα του για να μαθαίνω νέα του. 

►Κιμ

«Ο σύζυγός μου κατέθεσε εναντίον μου μήνυση στη Γαλλία για απαγωγή ανηλίκου»

Συνάντησα τον σύζυγό μου το 2002 και παντρευτήκαμε ένα χρόνο αργότερα. Αλλά μόλις ένα μήνα παντρεμένοι, αφού έμεινα έγκυος, έγινε εξαιρετικά βίαιος. Όταν η κόρη μου έκλεισε τα δύο μετακομίσαμε στη Γαλλία λόγω της δουλειάς του κι εκεί η ζωή μου ήταν σκέτη δυστυχία.

Ο σύζυγός μου είχε σχέσεις με άλλες γυναίκες, έπινε, έπαιρνε ναρκωτικά και γινόταν βίαιος, συχνά μπροστά στο παιδί. Μετά από ενάμιση χρόνο κατάφερα να μετακομίσω, αλλά κάθε φορά που εμφανιζόταν στην πόρτα μου ήταν μεθυσμένος και βίαιος.

Μια μέρα με απείλησε ότι «θα με αποτελειώσει» και έτσι ακολούθησα τη συμβουλή ενός ντόπιου δικηγόρου -που προφανώς δεν γνώριζε τη Σύμβαση της Χάγης- και έφυγα για τη Βρετανία. Του έστειλα ένα email μόλις έφτασα και έκλεισα ραντεβού με δικηγόρο. Πήγα στο δικαστήριο και κέρδισα την κηδεμονία.

Τότε οι δικαστικές συμβουλευτικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες Παιδιών και Οικογένειας (Cafcass) μου είπαν ότι εκκρεμούν 21 κατηγορίες κατά του συζύγου μου από το διάστημα πριν καν τον γνωρίσω.

Δεν μου είπαν τι κατηγορίες ήταν, αλλά με συμβούλευσαν να μην έχει καμία επαφή με την κόρη μου μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες.

Λίγες εβδομάδες αργότερα ο σύζυγός μου κατέθεσε εναντίον μου μήνυση στη Γαλλία για απαγωγή ανηλίκου και βρέθηκα μπροστά στο ανώτατο δικαστήριο στο Λονδίνο.

Ο σύζυγός μου δεν εμφανίστηκε, αλλά μου είπαν ότι ακόμα κι εάν κερδίσω την υπόθεση στη Βρετανία, τα γαλλικά δικαστήρια θα ζητούσαν την έκδοσή μου για να δικαστώ και εκεί.

Προσφέρθηκα να επιστρέψω με την κόρη μου στη Γαλλία. Μας περίμενε ένας αξιωματούχος στο check-in που πήρε τα ταξιδιωτικά μας έγγραφα και μας συνόδευσε στο αεροπλάνο.

Όταν προσγειωθήκαμε στη Γαλλία, μας περίμεναν Γάλλοι δικηγόροι που κατέσχεσαν τα διαβατήριά μας. Ο σύζυγός μου όμως είχε εξαφανιστεί.  Δεν εμφανιζόταν στις ημερομηνίες που έθετε το δικαστήριο μετά από κάθε αναβολή, ωστόσο οι αρχές δεν μας έδιναν τα διαβατήριά μας πίσω.

Τελικά αποδείχθηκε ότι ο σύζυγός μου δεν ήταν καν στη Γαλλία: είχε μετακομίσει στην Κύπρο. Ωστόσο συνεχίστηκε η εκδίκαση της υπόθεσης στη Γαλλία χωρίς αυτόν.

Πέρασε ενάμισης χρόνος μέχρι να μου επιτραπεί να επιστρέψω με την κόρη μου πίσω στην πατρίδα μου. Εάν δεν μας δάνειζε ένας φίλος το διαμέρισμά του στο Παρίσι για να μείνουμε και τα 80.000 ευρώ που τελικά μου κόστισε η δικαστική περιπέτεια, θα ήμουν απένταρη και άστεγη.

Κι επειδή ο σύζυγός μου είχε εξαφανιστεί, η κόρη μου θα έπρεπε να καταλήξει στα χέρια της πρόνοιας και σε ανάδοχες οικογένειες. 

Ακόμα δεν πιστεύω όλα αυτά που μας συνέβησαν. Ζούσαμε στη Γαλλία δύο χρόνια ενώ είμαστε Βρετανοί πολίτες. Τώρα υποφέρω από μετα-τραυματικό στρες και από κρίσεις πανικού. Ποτέ δεν θα νιώσω ξανά ασφαλής.  

►Τζέιν

«Το μόνο που ζήτησε ο εξάχρονος γιος μου από τον Αϊ-Βασίλη είναι το διαβατήριό του!»

Παγιδεύτηκα στην Καναδά με τα δυο παιδιά μου από τον Ιούλιο. Είμαι Ιρλανδή και τα παιδιά μου γεννήθηκαν στην Ιρλανδία. Ζω σε απόλυτη απομόνωση, αφού κρύβομαι, ενώ ο σύζυγός μου περιμένει να εκδικαστούν κατηγορίες εναντίον του. Εχει αποφυλακιστεί με εγγύηση. Φοβάμαι ότι μπορεί να παγιδευτούμε εδώ για χρόνια.

Μετακομίσαμε στον Καναδά το 2012 με τον γιο και την κόρη μας -που τότε ήταν τεσσάρων και ενός έτους- και τη 15χρονη κόρη μου από προηγούμενη σχέση. Επέστρεψα στην Ιρλανδία τον Νοέμβριο του 2013, διότι η κακοποίηση και οι απειλές στον γάμο μου είχαν κλιμακωθεί επικίνδυνα.

Ταξίδεψα πίσω στον Καναδά τον Φεβρουάριο του 2014 με τα δυο μικρά παιδιά, διότι ο σύζυγός μου υποσχέθηκε να αλλάξει και μου έδωσε τον λόγο του ότι εάν δεν τα βρίσκαμε θα μπορούσα να γυρίσω στην Ιρλανδία τον Ιούνιο με τα παιδιά. Η μεγαλύτερη κόρη μου είχε μείνει στην πατρίδα με τη μητέρα μου.

Οταν φθάσαμε στον Καναδά, ο σύζυγός μου πήρε τα διαβατήριά μας. Είχαμε παγιδευτεί και η συμπεριφορά του γινόταν ολοένα και πιο επικίνδυνη.

Τον Ιούνιο του 2014 έφυγα από το σπίτι μας χωρίς να πάρω απολύτως τίποτα, παρά μόνο τα παιδιά με τα παιχνίδια τους. Καταφύγαμε σε κέντρο φιλοξενίας αστέγων. Θεωρούσα -λανθασμένα- ότι επειδή τα παιδιά μου είχαν την ιρλανδική υπηκοότητα και δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον Καναδά, θα μπορούσα να τα πάρω μαζί μου στην πατρίδα.

Δεν είχα ιδέα ότι η προσπάθειά μου να επιστρέψω μαζί τους στην Ιρλανδία θα μπορούσε να θεωρηθεί απαγωγή. Ετσι κι αλλιώς βέβαια δεν είχαμε διαβατήρια.

Μου διόρισαν δικηγόρο, με τη βοήθεια μιας οργάνωσης παροχής νομικής βοήθειας, αλλά το οικογενειακό δικαστήριο διέταξε τα παιδιά να μη φύγουν από τη χώρα. Δεν είχαμε, όμως, ούτε σπίτι ούτε εισόδημα.

Ο σύζυγός μου θα περάσει από δίκη. Εάν καταδικαστεί, έτσι κι αλλιώς όλη η οικογένεια δεν θα έχει δικαίωμα παραμονής στον Καναδά, αλλά δεν μπορώ να ξέρω διότι δεν έχω πρόσβαση στον φάκελο μετανάστευσης που είναι στο όνομά του.

Δεν έχω ιδέα πόσο καιρό θα ζούμε έτσι στον αέρα. Εάν δεν απελαθούμε, θα πρέπει να εμφανιστούμε πάλι σε οικογενειακό δικαστήριο, πράγμα που θα διαρκέσει άλλα δύο χρόνια. 

Το μόνο θετικό είναι ότι έχω τα παιδιά μου. Αλλά η μεγάλη μου κόρη δεν έχει δει ούτε εμένα ούτε τα αδέλφια της για περισσότερο από ένα χρόνο. Μου είπαν ότι είναι πολλές οι πιθανότητες τελικά να απελαθούμε και να γυρίσουμε στην πατρίδα. Αλλά δεν είναι διασφαλισμένο και η διαδικασία μπορεί να κρατήσει χρόνια.

Τα παιδιά συνέχεια με ρωτάνε πότε θα γυρίσουμε πίσω, αλλά δεν ξέρω τι να τους πω. Δεν έχουμε κανέναν εδώ. Το μόνο που ζήτησε ο εξάχρονος γιος μου από τον Αϊ-Βασίλη είναι το διαβατήριό του! Εάν γνώριζα ότι παιδιά με ιρλανδική υπηκοότητα θα ήταν υποχρεωμένα να μείνουν στον Καναδά, χωρίς να έχουν το δικαίωμα να γυρίσουν στην πατρίδα τους, δεν είχα έρθει ποτέ. Πιστεύω ότι οι οικογένειες θα πρέπει να προειδοποιηθούν για τον κίνδυνο πριν πάρουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, όσο και προσωρινή να είναι η διαμονή τους.    

►Τζέσικα

«Πέρασαν 4½ μήνες για να μου δώσει το δικαστήριο άδεια να βλέπω τα παιδιά μου…»

Στις 21 Απριλίου, μετά από χρόνια δικαστικού αγώνα για να μην απελαθώ από τη Νέα Ζηλανδία χωρίς τα παιδιά μου, μου είπαν ότι μπορώ να μείνω – χωρίς όμως να με διαβεβαιώνουν ότι θα μου χορηγήσουν βίζα. Αυτό σημαίνει ότι σύντομα μπορεί να χάσω το σπίτι μου και επειδή όλες οι οικονομίες και οι δικές μου και των γονιών μου έχουν εξαντληθεί από τις αλλεπάλληλες δίκες, θα χάσω και τα παιδιά μου.

Είμαι σε κατάσταση απελπισίας. Δεν πιστεύω ότι μου συμβαίνει αυτό.  

Τον Μάιο του 2012, με βάση τη Σύμβαση της Χάγης, δικαστής στη Νέα Ζηλανδία απεφάνθη ότι μετά από 43 ημέρες παραμονής στη χώρα με τον Βρετανό σύζυγό μου -που είχε μετακομίσει εκεί μόλις έξι μήνες πριν από μένα- τα παιδιά μου δεν είχαν πλέον «συνήθη τόπο διαμονής» τη Βρετανία, αλλά τη Νέα Ζηλανδία.

Η δική μου βίζα είχε ακυρωθεί με τη διάλυση του γάμου μου και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Ετσι τα τελευταία τρία χρόνια παλεύω για το δικαίωμα να μείνω στη Νέα Ζηλανδία μαζί με τα παιδιά μου -που σήμερα είναι ηλικίας 5 και 7 ετών- αλλά στις 25 Ιουνίου εκπνέει η τελευταία προσωρινή βίζα που μπορεί να μου χορηγηθεί.

Ο σύζυγός μου ήρθε εδώ, στη Νέα Ζηλανδία, το 2011 με την πρόθεση να μείνει. Και οι δύο γνωρίζαμε ότι ο γάμος μας έχει τελειώσει, αλλά αποφάσισα να πάω κι εγώ διότι τα παιδιά δεν τον είχαν δει καθόλου επί έξι μήνες και πίστευα ότι αυτό έπρεπε να κάνω.

Μετά από πέντε εβδομάδες τα άφησα μόνα μαζί του για να περάσουν λίγο «ποιοτικό χρόνο» με τον πατέρα τους. Είχαν εισιτήρια επιστροφής με συγκεκριμένη ημερομηνία και εγώ είχα συμφωνήσει με την κουνιάδα μου ότι θα τα παραλάβω στη Σιγκαπούρη.

Την πρώτη εβδομάδα επιστροφής μου στη Βρετανία ανακάλυψα ότι ο σύζυγός μου είχε καταθέσει αίτημα για να αναλάβει την πλήρη κηδεμονία σε δικαστήριο της Νέας Ζηλανδίας. Αμέσως υπέβαλα και εγώ αίτημα, με βάση τη Σύμβαση της Χάγης, για να επιστρέψουν άμεσα τα παιδιά μου στη Βρετανία.  

Μέχρι τότε τα παιδιά είχαν μείνει στη Νέα Ζηλανδία 21 ημέρες. Αλλά η απόφαση εκδόθηκε μετά από οκτώ μήνες και ο Νεοζηλανδός δικαστής εξέδωσε εντολή απαγόρευσης εξόδου των παιδιών μου από τη χώρα. Τότε αποφάσισα να μετακομίσω κι εγώ στη Νέα Ζηλανδία μόνιμα. Οταν έφθασα, τα παιδιά μου δεν με αναγνώρισαν  καν κι επειδή ήμουν για μεγάλο διάστημα μακριά τους, είχα χάσει και το δικαίωμα της γονεϊκής φροντίδας.

Πέρασαν 4½ μήνες για να μου δώσει το δικαστήριο άδεια να βλέπω τα παιδιά μου σε τακτική βάση, αλλά τώρα έχουμε από κοινού την επιμέλεια. Βρήκα δουλειά και νοίκιασα σπίτι, αν και ήταν εξαιρετικά δύσκολα.

Η δικαστική διαμάχη ήταν πολύ ακριβή και συχνά δεν είχα τα ελάχιστα απαραίτητα για να επιβιώσω. Αλλά είχα τα παιδιά μου και αυτό είχε σημασία. Τώρα, ωστόσο, μου είπαν ότι παρ’ όλο που δεν μπορούν να με χωρίσουν από τα παιδιά μου, η υπηρεσία μετανάστευσης δεν είναι υποχρεωμένη να μου χορηγήσει βίζα.

Δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω τα παιδιά μου, αλλά δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα. Είναι μια τραγική κατάσταση. 

* Τα ονόματα των γυναικών που αφηγούνται την ιστορία τους σε αυτό το ρεπορτάζ έχουν αλλάξει, σημειώνει η «Guardian».

Η οργάνωση «Εκπατρισμένες Παγιδευμένες Μητέρες» (Expat Stuck Mums) είναι εθελοντική με έδρα τη Βρετανία και εκπροσωπεί περίπου 120 μητέρες και πατέρες (www.expatstuckmums.org).

Η οργάνωση έχει ξεκινήσει εκστρατεία στο change.org με στόχο τη συγκέντρωση υπογραφών για αλλαγές στη Σύμβαση της Χάγης.