Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι πέτυχε ένα πρώτο, σημαντικό αποτέλεσμα: η έκτακτη σύνοδος κορυφής που συγκαλείται την Πέμπτη οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην πίεση της κυβέρνησης Ρέντσι και στο μήνυμά της ότι η ευρωπαϊκή αδιαφορία πρέπει να λάβει οπωσδήποτε τέλος. Στο μεταξύ, ο απολογισμός του πρωτοφανούς ναυαγίου μεταναστών που σημειώθηκε τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου προς Κυριακή είναι, πολύ πιθανά, ακόμη βαρύτερος.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρώτου διασωθέντος, που μεταφέρθηκε στην Κατάνη της Σικελίας, οι επιβαίνοντες στο αλιευτικό αυτό που είχε ξεκινήσει από τη Λιβύη δεν ήταν επτακόσιοι, αλλά εννιακόσιοι πενήντα. Μέχρι και διακόσιοι πενήντα φέρεται να είχαν υποχρεωθεί να μπουν στο αμπάρι, στο οποίο και βρήκαν τραγικό θάνατο. Δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να βγουν, ούτε όταν το πλεούμενο άρχισε να μπάζει νερό. «Καταφέραμε να σωθούμε προσπαθώντας να κρατηθούμε στην επιφάνεια της θάλασσας, χρησιμοποιώντας τα πτώματα των συνταξιδιωτών μας σαν σανίδες σωτηρίας», διηγήθηκαν στους διασώστες δύο από τους είκοσι επτά επιζώντες που η ιταλική ακτοφυλακή μετέφερε στη Σικελία.
Οπως δήλωσε χτες ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι κατά τη διάρκεια κοινής, δραματικής συνέντευξης Τύπου με τον Μαλτέζο ομόλογό του, η Ιταλία και η Μάλτα εργάζονται για τη διάσωση άλλων τριών πλοιαρίων που μεταφέρουν μετανάστες και κινδυνεύουν στη Μεσόγειο. Ενα από τα δύο πλοιάρια που βρίσκεται σε κίνδυνο είναι ένα φουσκωτό και βρίσκεται περίπου 48 χιλιόμετρα μακριά από τις ακτές της Λιβύης με 100-150 ανθρώπους, ενώ σε άλλη μεγαλύτερη βάρκα επιβαίνουν περίπου 300, σύμφωνα με τον Ιταλό πρωθυπουργό. Πληροφορίες κάνουν ήδη λόγο για τουλάχιστον 20 νεκρούς επιβαίνοντες.
«Δεν μπορούμε να στρέψουμε αλλού το βλέμμα μας με αδιαφορία. Στην έκτακτη ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής πρέπει να αποδείξουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για ένα πρόβλημα της Ιταλίας ή της Μάλτας. Οποιος νοιάζεται πραγματικά για τη μοίρα των συνανθρώπων του δεν μπορεί να τους αφήνει να βρίσκουν τρομερό θάνατο μέσα στο αμπάρι ενός πλοίου», υπογράμμισε ο Ιταλός πρωθυπουργός, μετά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό της Μάλτας, Ζοζέφ Μουσκάτ.
Ο Ρέντσι επανέλαβε την έκκληση που είχε απευθύνει στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου σχετικά με τη σύγκληση μιας έκτακτης συνόδου κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ενωσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση. Υπογράμμισε επίσης ότι από όλες τις πιθανές επιλογές στο πλαίσιο μιας πιθανής λύσης στο πρόβλημα της μετανάστευσης, «η στρατιωτική επέμβαση [στη Λιβύη] δεν τίθεται στο τραπέζι», προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο θα έχει νόημα μόνο αν υπήρχε εκεχειρία μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών στη Λιβύη. Τόνισε δε πως ο μόνος τρόπος να σταματήσει η εισροή των μεταναστών στην Ευρώπη μέσω της Μεσογείου είναι να εμποδιστούν οι διακινητές.
Η κυβέρνηση της Ρώμης ζητά, ουσιαστικά, στοχευμένες παρεμβάσεις κατά των δουλεμπόρων, αν και αναγνωρίζει ότι είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατον- να πραγματοποιηθούν επιχειρήσεις στην επικράτεια ξένων χωρών. Την Πέμπτη θα πρέπει να αναζητηθεί και να βρεθεί λύση, ξεκινώντας, σύμφωνα με τον Ρέντσι, από τη διαπίστωση ότι οι αναχωρήσεις από τη Λιβύη και τις υπόλοιπες χώρες πρέπει να σταματήσουν, «για να μην πλουτίζουν οι εγκληματικές οργανώσεις του σύγχρονου αυτού δουλεμπορίου».
Ο λόγος στη Δικαιοσύνη
Στο μεταξύ, και η ιταλική Δικαιοσύνη καθιστά σαφές ότι η παροχή βοήθειας στους ναυαγούς, μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης Mare Nostrum, τον περασμένο Νοέμβριο, είναι άκρως προβληματική: «Η όλη υποδομή βασίζεται σε εμπορικά πλοία που δεν διαθέτουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά για αποτελεσματικές διασώσεις. Ο τρόπος με τον οποίο δραστηριοποιούνται το πολεμικό ναυτικό της Ιταλίας και άλλων χωρών, στο πλαίσιο της επιχείρησης Frontex και Τriton, είναι σαφώς λιγότερο αποτελεσματικός από την ανθρωπιστική επιχείρηση Mare Nostrum», δήλωσε ο αρχεισαγγελέας της Κατάνης, Τζοβάνι Σάλβι.
Σύμφωνα με τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, πηγές της Ευρωπαϊκής Ενωσης άφησαν να διαρρεύσει ότι η λύση που άρχισαν να εξετάζουν είναι η περαιτέρω χρηματοδότηση της επιχείρησης Triton, η οποία στην πραγματικότητα Eξεκίνησε πριν από πέντε μήνες με κύριο στόχο τον έλεγχο των θαλάσσιων συνόρων. Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Πάολο Τζεντιλόνι, από τη σύνοδο των επικεφαλής των ευρωπαϊκών διπλωματιών, στην οποία συμμετείχε χθες, στο Λουξεμβούργο, ζήτησε να ενισχυθεί και η Frontex, «διότι δεν νοείται να ξοδεύει η Ευρώπη μόνο σαράντα εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για την αντιμετώπιση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, λόγω των συνεχών αποβιβάσεων μεταναστών».
Η Ιταλία επιθυμεί άμεση αλλαγή πορείας. Μένει να διαπιστώσουμε αν αυτή θα μπορέσει όντως να επηρεάσει τα ταξίδια των «απελπισμένων της θάλασσας» που οργανώνονται από τη μαφία των δουλεμπόρων ή αν θα επικεντρωθεί κυρίως στην ενίσχυση των επιχειρήσεων διάσωσης και των υποδομών υποδοχής στη μεσογειακή Ευρώπη.
Το «ταξιδιωτικό πρακτορείο» του τρόμου
H ιταλική αστυνομία συνέλαβε χτες 24 μέλη ενός δικτύου διακινητών που μετέφεραν μετανάστες από την Αφρική έως τη Βόρεια Ευρώπη μέσω της Μεσογείου και της Σικελίας, ανακοίνωσε η εισαγγελία του Παλέρμο. Οι διακινητές αυτοί είχαν οργανώσει τουλάχιστον 15 ταξίδια από τον Μάιο του 2014 και απαιτούσαν από τους μετανάστες να τους καταβάλουν ποσά που κυμαίνονταν μεταξύ 1.500 και 2.000 δολαρίων. Την εγκληματική οργάνωση διηύθυναν δυο άντρες από την Ερυθραία, που περιλαμβάνονταν ως ύποπτοι και στον φάκελο της έρευνας που διεξήχθη μετά το τρομερό ναυάγιο της 3/10/2013 ανοιχτά της Λαμπεντούζα, που είχε αποτέλεσμα τον θάνατο 366 ανθρώπων.
Το κύκλωμα λειτουργούσε σαν πραγματικό ταξιδιωτικό πρακτορείο με παραρτήματα στη Σικελία και τη Λομβαρδία. Σύμφωνα με την ογκώδη έκθεση της εισαγγελίας του Παλέρμο, οι διακινητές σχεδίαζαν κάθε λεπτομέρεια του ταξιδιού, περιλαμβανομένης της απόδρασης των μεταναστών από τα κέντρα υποδοχής της Ιταλίας. Οι μετανάστες, που προέρχονται από την Ερυθραία, το Σουδάν και τη Σομαλία, επιβιβάζονται σε σαπιοκάραβα και οι διακινητές τούς εγκαταλείπουν στα ανοικτά αφού έχουν ειδοποιήσει τις αρχές να τους περισυλλέξουν.
Στη συνέχεια το «πρακτορείο» οργάνωνε τη μεταφορά των μεταναστών έως τη Ρώμη και το Μιλάνο, συνήθως με αυτοκίνητο ή λεωφορείο, και κατόπιν τη μετάβαση προς τους τελικούς προορισμούς τους: τη Νορβηγία, την Ελβετία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία…
