Από την εκλογή της νέας κυβέρνησης μέχρι σήμερα, ζούμε την ανάδυση μιας νέας εποχής. Ο βηματισμός κόντρα στο ρεύμα των ευρωπαϊκών θεσμών, που σημαδεύει αυτή την περίοδο, θα πρέπει να θεωρηθεί ο κανόνας της εποχής καθαυτής, κι όχι μια παρένθεση που θα λήξει με μια σύντομη διαπραγμάτευση. Ομως ο χρόνος είναι σχετικός και η διάρκειά του δεν εξαρτάται από κάποιο ρολόι, αλλά από μια σειρά προχωρήματα που απαιτούνται για το πέρασμα από μια εποχή στην επόμενη. Μεταξύ των προϋποθέσεων της μετάβασης είναι και η ανάγκη ενός κοινωνικού συμβολαίου «νέου τύπου».
Μέχρι και πριν από τα μνημόνια, η κυρίαρχη έννοια του κοινωνικού συμβολαίου ήταν αυτή του συμβιβασμού μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Από τη μία η εργοδοσία, από την άλλη τα συνδικάτα και κάπου ανάμεσα οι υπόλοιποι, το μοίρασμα των κερδών μιας –έωλης, απ’ ό,τι αποδείχτηκε– ανάπτυξης ήταν θέμα κοινωνικού διαλόγου, απεργιών, συμβιβασμών, εν ολίγοις ισορροπίας ισχύος.
Ανεξάρτητα από τα επιμέρους επεισόδια αυτού του είδους του κοινωνικού συμβιβασμού –ή της ταξικής πάλης, αν προτιμάτε– και το πώς ο καθένας μας τοποθετήθηκε στην κάθε συγκυρία, δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε την ανεπάρκεια των θεσμών που εκφράζουν τους κοινωνικούς εταίρους, τόσο δομική όσο και προγραμματική, στο να εμποδίσουν την καταστροφική πορεία των μνημονίων. Το γεγονός της ραγδαίας ανόδου στην πολιτική εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς μια ταυτόχρονη ανασυγκρότηση των θεσμών αυτών είναι μια απόδειξη της αναντιστοιχίας μεταξύ κοινωνικών διαθέσεων και κοινωνικών δομών.
Στο δομικό επίπεδο, τόσο οι εργοδοτικές όσο και οι εργατικές οργανώσεις κυριαρχούνται μάλλον από τα πιο συντηρητικά στρώματα της τάξης τους. Στη μεριά της εργοδοσίας, η λέξη «καινοτομία» ακούγεται όλο και πιο συχνά. Επί του πρακτέου όμως η ιδιωτική έρευνα στην Ελλάδα είναι, χρόνια τώρα, σε επίπεδα κατώτερα από άλλες, ασθενέστερες οικονομικά βαλκανικές χώρες.
Στη μεριά των εργαζομένων, υπάρχουν μεγάλες αναντιστοιχίες μεταξύ αυτών που καλύπτονται από ισχυρά συνδικάτα και των νέων που παλεύουν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η δομή του κοινωνικού διαλόγου καθορίζεται ακόμα από τα πιο ισχυρά μέρη των καθιερωμένων τάξεων, που υπερασπίζονται ωστόσο την ισχύ που δημιουργήθηκε στη βάση ενός ιστορικά ξεπερασμένου μοντέλου ανάπτυξης.
Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης, οι νέοι επιστήμονες μεταναστεύουν μαζικότερα από ποτέ σε χώρες όπου μπορούν να βρουν δουλειά που να ανταποκρίνεται στις γνώσεις και τις απαιτήσεις τους. Παράλληλα, οι «νέοι επιχειρηματίες» παλεύουν μεταξύ ανεργίας και επιβίωσης, θυμίζοντας ελαφρά τα μικροαστικά στρώματα της δεκαετίας του ‘50 που είχαν αναδυθεί από τους αποκλεισμένους από την εργασιακή αγορά λόγω του κυνηγιού των κομμουνιστών και των συγγενών τους που χαρακτήριζε εκείνη την εποχή.
Σήμερα, οι κοινωνικές-συνεταιριστικές επιχειρήσεις (ΚΟΙΝΣΕΠ) αποτελούν ένα πλαίσιο αξιοποίησης των γνώσεων, των δεξιοτήτων και της συλλογικότητας των αποκλεισμένων, ωστόσο απέχουν από το να μπορούν να θεωρηθούν «κοινωνικοί εταίροι». Το ίδιο όμως απέχει από το να χαρακτηριστεί κοινωνικός εταίρος και η κοινωνία των πολιτών οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε δράσεις αλληλεγγύης με χαλαρή δομή. Τέτοιες κινήσεις εξάλλου σπάνια στηρίζονται από συνδικάτα.
Σ’ αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση μάλλον αποτελεί μια «μοναχική πρωτοπορία με λαϊκή υποστήριξη». Αφ’ ενός, στη μάχη της διαπραγμάτευσης, προσπαθεί μεταξύ άλλων να εξασφαλίσει όρους βιωσιμότητας για ένα τραπεζικό σύστημα που έχει εν πολλοίς πάψει να χρηματοδοτεί τις προσπάθειες ανάπτυξης κι έχει συνηθίσει να κλείνει τις πόρτες σε δυναμικούς, πλην χωρίς ισχύ, παράγοντες της οικονομίας.
Αφ’ ετέρου, με το κατατεθέν σχέδιο για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η κυβέρνηση παρεμβαίνει για τη διάσωση των πιο χτυπημένων λαϊκών στρωμάτων, χωρίς να περιμένει ένα τέτοιο αίτημα να «απαιτηθεί» από τα συνδικάτα. Με άλλα λόγια, προχωράει στη συγγραφή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, ενώ οι κυρίαρχοι κοινωνικοί εταίροι μάλλον αδρανούν.
Σαφώς και υπάρχουν εξαιρέσεις στην παραπάνω περιγραφή της κατάστασης, με επιχειρήσεις που επενδύουν στην έρευνα και συνδικάτα που βρίσκονται δίπλα σε κινήσεις πολιτών. Ωστόσο για να υπάρξει αντιστροφή της δυναμικής του κοινωνικού διαλόγου, θα χρειαστεί αυτός να τεθεί σε νέα βάση: αυτή της ανάπτυξης μέσω της αλληλεγγύης και της καινοτομίας.
Οπως συνάγεται από τα παραπάνω, η κυβέρνηση είναι σήμερα ο παράγοντας που μπορεί να «σύρει τον χορό», αναλαμβάνοντας έναν ρόλο πρωτοπορίας αντί του κλασικού ρόλου της διαιτησίας. Χρειάζεται ωστόσο ένα προχώρημα στην κατεύθυνση της δημιουργίας νέων θεσμών, της επανίδρυσης του κράτους. Μια κίνηση μπορεί να βασίζεται αφ’ ενός στην επικαιροποίηση των αρχών της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, αφ’ ετέρου στην εμπιστοσύνη σε δυνάμεις που, αν και δεν έχουν ακόμα μετρήσιμο αντίκτυπο στην οικονομία, μπορούν να τον δημιουργήσουν.
Στο επίπεδο της θεωρίας, χρειάζεται να πάμε πιο πέρα από τη σουμπετεριανή θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής», που δέχεται την καταστροφή των παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων στον βωμό της ανάπτυξης. Αυτές μπορούν να μπολιαστούν με τα νέα στοιχεία που αναδύονται στην κοινωνία, στην οικονομία, στον πολιτισμό, και να μετασχηματιστούν, μετασχηματίζοντας ταυτόχρονα τη συνολική δομή της κοινωνίας.
Ζούμε σε καιρούς ενδιαφέροντες, όπου το ενδιαφέρον προκύπτει από το στοιχείο του αγνώστου, της «δημιουργικής ασάφειας». Απέναντι στο άγνωστο, ο συμβιβασμός δεν έχει νόημα: ο κοινωνικός διάλογος δεν πρέπει να είναι αποστασιοποιημένος, φοβικός, να παρατηρεί το φαινόμενο από μακριά. Μπορεί και πρέπει να γίνει ζωντανός χώρος της διαμόρφωσης της νέας εποχής.
*Eπισκέπτης καθηγητής ΕΜΠ
